Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

Μη σύρτς τ’ ουράδ'- ι- μ’

Είνας γαρή είχεν έναν μικρόν λαλαχάρκον χάταλον, Σάκη έλεγαν άτο. Ατό το παιδόπον ατ’ς ένα ξάι μονότροπον έτονε. Με το ίδε και τιδέν εντούνεν κα τα τσακούτσα. Εγαραλάιζεν, έσκωνεν τον κόσμον σο ποδάρ. Ούλ’ εχπαράουσαν, εσύρναν τα γιακάδας άτουν.
Μώσε, ντο θα ’ίνεται ατέ η γαρή με τ’ ατό το χάταλον; Όλεν η γειτονία κι όλεν η μαχαλά εσκούσαν σο ποδάρ’.
Πάντα εποίνεν ήνταν εθέλνεν ο Σάκης, πάντα όπως εθέλνεν ο Σάκης και πάντα παραπονεμένος άμον τον κλαμένον τον Μάρτ’.
Επουγαλεύτεν η γαρή. Όθεν έστεκεν, το παράπονον ατ’ς ατό έτον. Εμπροστά  πα έλεεν άτο κι οπίσ’ πα. Ενούντσεν, επενούντσεν, ούλα ντ’ ενούντσεν εποίκεν, άμαν ο Σάκης κι άλλο χειρ’ είνουσον.
Έναν ημέραν κάτ’ εντώκεν σο νουν ατ’ς. Με τ’ ατό, είπεν, ημπορεί διορθών’ ατον, ησυχάζω εγώ πα κι ατός πα τουρουλεύ’.
Ενούντσεν, άλλο ’κι θα λέω τα ιδιοτροπίας ατ' αδά κι ακεί και εμπροστά. Μαναχόν θα κουρφίζ’ ατον, θα τερώ ντο θα ’ίνεται. Θεού πολλά καλά. Τσ’ εξέρ’, πάσκιμ κιαμ χουλανεύ’.
Άρ’ έλλαξεν τη γαϊτάν. Ήντσαν έρχουσον σ’ εκεινέτερα ή όθεν ευρίουσον η μάνα τ’ και έτον και ο Σάκης, εκαικά εκούρφιζεν ατον. Ο Σάκης πα έκ’σεν όσα έκ’σεν και τ’ άλλα πα επαρέξεν.
Σην αρχήν εδέχτεν ατα κι άμον έλλαξεν πα. Άλλο κ’ εποίνεν παλαλά. Ολίον πα ετράνυνεν, άμον ερχίνεσεν να χουλανεύ’. Πε, πε η μάνα τ’, ατός πα εσούμωσεν  να ινανεύ’ ντο έντον καλός.
Η μάνα τ’ πα, άμον ντ’ ετέρεσεν ισάζ’ και πάει, αρτούκ έσκωσεν τη χαμελέτες το ποδάρ’. Επαρεδέβασεν άτο. Τα κουρφίας επέναν κι έρχουσαν άμον τσίρα. Ατόσον και πολλά εχάρεν.
Μώσε, είπεν απέσ’ ατ’ς, αβούτο έτον το γιατρικόν τη Σάκη και 'κ' έξερνα το κι άλλο εμπροστά.
Χαμελέτε  τη Πιστόφ
Η κουρφία σην κουρφίαν απάν, επαρεδέβασεν άτο. Το χάταλον  πιλιά εγάνεψεν άτο.
Έναν ημέραν έρθεν ο ταής ατ’ σ’ εκεινέτερα. Ασού είπαν ντο είπαν, έρθεν και σον παιδάν καικά θα λέει και τ’ εκεινού τα κιτίσα. Επέρεν τιζάν και κουρφίζ’ τον Σάκην. Επαρεδέβασεν άτο. Ο παιδάς ευχαριστέθεν ντο εκούρφιξεν ατον η μάνα τ', επήεν κ’ έρθεν, εκαμάρωσεν, εχάρεν, εγέλασεν το κατσίν ατ’, άμαν απ’ υστερναίας επέρεν ατον. Εγροίκ’σεν τ’ ημψά ασ’ ατά τα κουρφίας 'κ' είναι αληθινά. Άμον κάτ’ αγνον έρθεν ατον. Κάτ’ θα λέει και ’κ’ επορεί. Ετέρεσεν γιάνα γιάνα τη μάναν ατ’ κι επεκεί, αναχάπαρα και ση μέσεν απέσ’ λέει:

«Μάνα, πολλά μη σύρτς τ’ ουράδι μ’, θα κόφκεται».
Αρ'  έπαρτο και δέβα.

Ανθούλα Λαζαρίδου- Πολιτίδου



ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ (Από την σύνταξη)
Εγαραλάιζεν= φώναζε δυνατά
εχπαράουσαν= τρόμαζαν
Επουγαλεύτεν(τ)=κουράστηκε
ενούντσεν= σκέφτηκε
εντώκεν= χτύπησε
κουρφίζ' ατο=θα τον παινεύω
χουλανεύ=έρθει στα λογικά του, λογικεύει
αρτούκ (τ) =λοιπόν, έτσι
χαμελετες = μύλος
πιλιά (τ) = ακόμα
ινανεύ (τ) = πιστεύει
ταής (τ) = θείος
γιαν (τ) =πλάι
σύρτς= τραβάς

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Ο Μικρός Ταξιδευτής, η διαχείριση των παιδικών φόβων µέσα απο αξίες

Οι Εκδόσεις iWrite και η συγγραφέας Χαρά Βιδοζαχαράκη, σας προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου τους παιδικού βιβλίου με τίτλο "Ο Μικρός Ταξιδευτής, η διαχείριση των παιδικών φόβων μέσα απο αξίες", στο καφέ White Rabbit (Σολωμού 12 στα Εξάρχεια).
Στην εκδήλωση, εκτός από τη συγγραφέα, θα μιλήσουν επίσης οι: Αγγελίνα Παπαδημητρίου (φιλόλογος, επιμελήτρια & εισηγήτρια σεμιναρίων δημιουργικής γραφής), Pamela Caravas (executive coach & εκπαιδεύτρια, Ιδρύτρια της Ακαδημίας Coaching Evolution Int'l), Έφη Ακριβούλη (σχεδιάστρια κόμικς, γλύπτρια, ζωγράφος & δημιουργός του Effie's World).



Λίγα λόγια για το βιβλίο:
Ποιοι είναι οι δυσδιάκριτοι παιδικοί φόβοι που καθορίζουν εφ’ όρου ζωής τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά μας; Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε στα παιδιά όσα έχουν και όσα δεν έχουν; Ποια είναι τα εργαλεία που ήδη κατέχουμε από τη φύση μας και μπορούμε να δείξουμε στα παιδιά μας, ούτως ώστε να χαίρονται την κάθε στιγμή της ζωής τους; Πώς οι μικροί μας ήρωες μπορούν να οραματίζονται το μέλλον τους χωρίς να ξεχνούν την πραγματικότητα;
Ένα παραμύθι που ως «μύθο» ορίζει τον Λόγο. Μέσα από τρείς σύντομες ιστορίες, με κεντρικό ήρωα τον Μικρό Ταξιδευτή, αναδεικνύονται η σημασία των αξιών και οι τρόποι διαχείρισης κάθε «δύσκολης» παιδικής απορίας. Οι ιστορίες αυτές καλούν τα παιδιά να αντιλαμβάνονται και να αντιμετωπίζουν με επιτυχία προβληματικές καταστάσεις, δημιουργώντας, με αυτόν τον τρόπο, τις κατάλληλες συνθήκες για τη διαμόρφωση ανθεκτικών χαρακτήρων.
Δείτε περισσότερα για το βιβλίο πατώντας εδώ.



Λίγα λόγια για τους συντελεστές
Συγγραφέας
Η Βιδοζαχαράκη Ν. Χαρά γεννήθηκε το 1989 στο Ηράκλειο Κρήτης.
Είναι Ανθυποπλοίαρχος Ε.Ν µε µεταπτυχιακές σπουδές στον τοµέα της Διοίκησης Επιχειρήσεων & Marketing (University of Derby) και σπουδές στη µεθοδολογία του coaching (Int’l Coaching Evolution Academy). Έχει πιστοποιηθεί στην ανίχνευση µαθησιακών δυσκολιών και σε µεθόδους εναλλακτικής διδασκαλίας σε παιδιά.
Πέρα από τις θητείες της σε ποντοπόρα πλοία, έχει εργαστεί ως Ειδικός Σύµβουλος εκµάθησης τεχνικών µελέτης και ανάπτυξης ηγετικών χαρακτηριστικών σε παιδιά 5-12 ετών, ως Σύµβουλος Επαγγελµατικού Προσανατολισµού σε εφήβους και ενήλικες, ως Υπεύθυνη Ανάπτυξης & Υλοποίησης σεµιναρίων, ως εκπαιδεύτρια σε στελέχη πωλήσεων και ως Σύµβουλος Ανάπτυξης Στρατηγικών Εφαρµογών σε επιχειρήσεις.
Όντας ασυµβίβαστη φύση, έχει µάθει να συνδέει όσα φαντάζουν ασύνδετα. Η αγάπη της για τα παιδιά, η λατρεία της για τη θάλασσα, το πάθος της για την ανάπτυξη δεξιοτήτων και ο έρωτάς της για τα βιβλία, χρωµατίζει κάθε δραστηριότητά της.
Ο Μικρός Ταξιδευτής αποτελεί το πρώτο της ολοκληρωµένο έργο.


Εικονογράφος
Η Κυρέζη Στέλλα γεννήθηκε το 1967. Με µικρασιάτικο αίµα να ρέει στις φλέβες της, από µικρή ξεκίνησε να καταπιάνεται µε πινέλα, αποφασίζοντας να αλλάξει τον κόσµο µέσα από τη ζωγραφική. Λατρεύει τα έργα του Θεοτοκόπουλου, του Μποτιτσέλι και τις προσωπογραφίες του Τιτσιάνο, γι’ αυτό και στους πίνακές της υπάρχουν πάντοτε πινελιές αναγεννησιακής αισθητικής.
Παράλληλα µε την αγάπη της για τη ζωγραφική, εργάστηκε για πολλά χρόνια στον τοµέα των τουριστικών επαγγελµάτων.
Ο Μικρός Ταξιδευτής αποτελεί το πρώτο παραµύθι για το οποίο ζωγραφίζει.


Μπορείτε να επικοινωνήσετε µαζί της στο email: stellakurezh@yahoo.com
  

Χατζηλίας Οικονόμου - Ιστορίες από την Κάρπαθο του 1821

Οι Εκδόσεις iWrite και ο δημοσιογράφος - συγγραφέας Μηνάς Παπαγεωργίου, παρουσιάζουν τη νέα ιστορική μελέτη (σε μορφή μονογραφίας) με τίτλο "Ο ήρωας Χατζηλίας Οικονόμου - Ιστορίες από την Κάρπαθο του 1821".
Από το οπισθόφυλλο...
Η νήσος Κάρπαθος είναι ευρύτερα γνωστή για τις καταπληκτικές της παραλίες, αλλά και για την πλούσια λαογραφική και µουσική παράδοση που διασώζουν ως κόρη οφθαλµού οι κάτοικοί της, εδώ και αιώνες. Από την άλλη, η Ιστορία της «Ανεµόεσσας», όπως τη χαρακτήρισε κατά την αρχαιότητα ο Όµηρος, µοιάζει να αφορά διαχρονικά ελάχιστους.
Μέσα από τη σύντοµη αυτή µονογραφία, ο Καρπάθιος δηµοσιογράφος Μηνάς Παπαγεωργίου εξιστορεί την πολυετή αναζήτησή του αναφορικά µε το πρόσωπο του Χατζηλία Οικονόµου, ήρωα της Επανάστασης του ‘21, πιθανότατα Φιλικού και παραστάτη του νησιού στις πρώτες Εθνοσυνελεύσεις, την ύπαρξη και δράση του οποίου πληροφορήθηκε για πρώτη φορά µόλις το 2010.
Πέρα από τα διασωθέντα στοιχεία της βιογραφίας του και στην προσπάθειά του να καταδείξει τους λόγους για τους οποίους παραµένει µέχρι και τις µέρες µας στην αφάνεια, ο συγγραφέας φέρνει για πρώτη φορά στο φως άγνωστες πτυχές της δράσης και της ριζοσπαστικής προσωπικότητας του Οικονόµου, µέσα από προεπαναστατικά έγγραφα. Το περιεχόµενο των ντοκουµέντων αυτών εµπλουτίζει τις γνώσεις µας για τις σχέσεις µεταξύ του ήρωα και της τότε εκκλησιαστικής Αρχής του τόπου.

Μάθετε περισσότερα για το έργο πατώντας εδώ.


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα...
Ο Μηνάς Παπαγεωργίου είναι δηµοσιογράφος (µέλος της ΕΣΗΕΑ) και υπ. επικοινωνίας του Οµίλου Δραστηριοτήτων «Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή», όντας παράλληλα διευθυντής της σειράς Lux Orbis των εκδόσεων iWrite. Την περίοδο 2010-2014 διετέλεσε αρχισυντάκτης του περιοδικού «Φαινόµενα» στον Ελεύθερο Τύπο. Σπούδασε Στατιστική και Δηµοσιογραφία στο Πανεπιστήµιο Αιγαίου και το Εργαστήρι Επαγγελµατικής Δηµοσιογραφίας αντίστοιχα.
Στα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά του συγκαταλέγονται η αναζήτηση της Πολιτικής Αρετής, ο Μυθικισµός και ο διαχρονικός πόλεµος των ιδεών για την ελληνική ταυτότητα. Είναι συγγραφέας πέντε βιβλίων. Το αµέσως προηγούµενο συγγραφικό του έργο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δαιδάλεος µε τίτλο «Αγαλµατένια κρίνα: εννέα ιστορίες για την επιβίωση της αρχαίας ψυχής (9ος-20ός αιώνας)».





Η ζωή πολύτιμη έν'

Σανταίοι Β' γενιάς
Αγαπώ εγώ τη ζωήν ντ’ εχάρτσεν μας η φύση,
 θέλω και τα νεότητα μ’ να κλώσκουνταν οπίσ’-ι.
 Κρίμαν που τα νεότητα σε λίγα χρόνα φεύ’νε
 χαρούμενα, πολύτιμα, όλοι ατά ζελεύ’νε.
Νύχταν κ’ ημέραν δούλευα κι όλια εκαταφέρνα,
 καμίαν τα γεράματα εγώ σο νού μ’ ’κ’ εφέρνα.
 Ετράνυνα τα παίδια μ’ κι ύστερα τα εγγόνια μ’,
 ζατί ξάι ’κ’ εγροίξα το ντ’ επέρασαν τα χρόνα μ’.
Η ζωή έμορφος έν' κι αλίγορα δαβαίνει
και ’κι προφτάντς να χαίρεσαι, έρχεται και τελαίνει.
 Κάπως να έτον ο κόσμον, αλλομίαν να εζήνα,
 ατόσα λάθη σην ζωήν άλλο ’κι θα εποίνα.
Πολύτιμη είσαι ζωή, τρανόν έν’ το χατήρι σ’
σα τελευταία έγροιξα εγώ το μεκατήρι σ’.
Ζελεύω σας, ψηλά ραχιά, πάντα χλωροφοράτε
 Δαβαίν’νε χρόνα και καιροί, καμίαν ’κι γεράτε.


Χριστίνα Τζαβαρίδου

Χάρτης της Σαντάς


Το παλιό Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης

Το κτίριο, όπου στεγάζεται σήμερα το Υπουργείο Μακεδονίας - Θράκης και είναι γνωστό ως Διοικητήριο, είναι έργο του Ιταλού (από τη Σικελία) αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλι (Vitaliano Poselli), ο οποίος σχεδίασε, επίσης, πολλά δημόσια κτίρια στη Θεσσαλονίκη, αλλά και ιδιωτικές κατοικίες, επαύλεις και εμπορικά κέντρα.
Το κεντρικό κτίριο του πανεπιστημίου (η Φιλοσοφική Σχολή), το Γ' Σώμα Στρατού, η αρμενική εκκλησία, το Γενί τζαμί, η βίλα και οι μύλοι Αλλατίνι, η στοά Σαούλ, η βίλα Μοδιάνο, η βίλα Μορπούργκο (Morpurgo), η βίλα Μαρτζικιάν, κτίρια τραπεζών είναι από τα μνημειώδη έργα αρχιτεκτονικής που άφησε ο Ποζέλι στη Θεσσαλονίκη, όπου εργάστηκε από το 1895 μέχρι περίπου το 1910. Για όσους επιθυμούν να του αποτίσουν φόρο τιμής για το σπουδαίο έργο, με το οποίο προίκισε τη Θεσσαλονίκη, ας γνωρίζουν ότι έχει ταφεί στον οικογενειακό τάφο της οικογένειας Ποζέλι, που βρίσκεται στο νεκροταφείο Ζέιντενλικ.
Το Διοικητήριο άρχισε να χτίζεται το 1891, λίγο χαμηλότερα από το παλιό τούρκικο κονάκι, που ήταν χτισμένο πάνω στα ερείπια των βυζαντινών ανακτόρων. Την ίδια χρονιά κατεδαφίστηκε το κονάκι και με υλικά από τα ερείπια των ανακτόρων (εντοιχίστηκαν πολλά βυζαντινά μαρμάρινα μέλη) χτίστηκε το νέο κτίσμα, για να στεγάσει τον Τούρκο κυβερνήτη. Η κατασκευή του τριώροφου κτίσματος ολοκληρώθηκε το 1896.
Για την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο Διοικητήριο, την εποχή εκείνη, αναφέρει στην περιγραφή του ο Β. Μπεράρντ (V. Berard), στο βιβλίο του «Η Μακεδονία» («La Macedoine», που κυκλοφόρησε στο Παρίσι το 1897:
Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης
«Το κονάκι του Τούρκου κυβερνήτη βουίζει ολόκληρο από πολυάσχολους, επαίτες, υπαλλήλους, αστυφύλακες, φυλακισμένους, από γέρους Τούρκους με μακριές κελεμπίες, καθισμένους στις γωνιές των ντιβανιών, από γραφιάδες με τα πόδια διπλωμένα πάνω στις πολυθρόνες τους.
Στο πρώτο πάτωμα και δεξιά ήταν το περίφημο "Νοφούς νταϊρεσί", ένα πρωτόγονο δημοτολόγιο. Στον ανατολικό διάδρομο ήταν τρία ανακριτικά γραφεία και στο βάθος τα γραφεία του πλημμελειοδικείου. Απέναντι, στον δεξιό διάδρομο, ήταν η μεγάλη αίθουσα του λογιστηρίου "Μουχασεμπί νταϊρεσί" και το γραφείο του οικονομικού έφορου, του "Νεφτερντάρ". 
Στον δυτικό διάδρομο το κτηματολόγιο "Τοπού καλέμ", το υποθηκοφυλακείο και το "Εβκάρ νταϊρεσί", δηλαδή η υπηρεσία βακουφίων. Στο βάθος του ίδιου διάδρομου, το ειρηνοδικείο, το "Σουλχ μαχκεμεσί". Στο μεσαίο πάτωμα, η μεγάλη αίθουσα του νομαρχιακού συμβουλίου "Μετζλίσι ινταρέτ βελαγιέτ", επιπλωμένη με μυθώδη πολυτέλεια. Επίσης, στο ίδιο πάτωμα, στεγάζονταν η διεύθυνση εξωτερικών υποθέσεων, η διεύθυνση αστυνομίας, το πρωτοδικείο και το εμποροδικείο. Στο τρίτο πάτωμα ήταν το ιεροδικείο "Μαχκεμέι σιερί", στο ευρύχωρο γραφείο του οποίου χοτζάδες, ιμάμηδες και ουλεμάδες, καθισμένοι σταυροπόδι στα μιντέρια, έγραφαν, με τα καλέμια τους που τριζοβολούσαν, τα "ιλιάμια". Στο τρίτο πάτωμα, ήταν ακόμη-και το γραφείο του μοναδικού συμβολαιογράφου».

Το 1907, στο Διοικητήριο στεγάστηκε η τουρκική νομική σχολή και το 1911 φιλοξενήθηκε εδώ ο σουλτάνος Μωάμεθ ο Ε', κατά την επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη.

Γιώργος Λυσαρίδης

Από το βιβλίο του «Σε τούτα ’δω τα μάρμαρα
 Ο Γιώργος Λυσαρίδης είναι μαθηματικός, με μεγάλη κοινωνική και αθλητική προσφορά. Είναι γιος του αξέχαστου Πόντιου Χαράλαμπου Λυσαρίδη και της Ζωής Πανίδου - Λυσαρίδου, γνωστής για την προσφορά της στο γηροκομείο της Μέριμνας Ποντίων Κυριών. Ο Γ. Λυσαρίδης υπήρξε γενικός γραμματέας του Υπουργείου Μακεδονίας — Θράκης από τον Οκτώβριο του 1997 έως τον Μάρτιο του 2004, δηλαδή επί 6,5 χρόνια.

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Ο πλούσιον ομοιάζ τον παχυμένον το γάιδαρον

Έναν ημέραν σείτια εκάθουμες ση Χρύσιονος το καβενείον, εσκώθαμε να ευτάμε περίπατον σ' Ακρεπέγαδα κιάν. Σον ρδόμον εκαλάτσευαμε για τη ζήσ και τα βάσανα τ' εφτωχού, αχά  'κ' εμπροστά 'μουν ο Παρμαξούης  Απόστολον. Μετ’ εμάς έτον κι ο Λαμπριανίδης που είχεν κοιλίαν άμον βαρέλ  και τα λίρας με το κοτ.
Καρακαπάν

-Σταθέτεν, είπεν ο Λαμπριανίδης, ας ορωτούμε και τον Παρμαξούζ.
Μάστορ' Απόστολε  είπεν άτον, ντο διαφοράν εχ' ο πλούσιον ας σον  εφτωχόν;
Άξον, ας λέγω σε, είπεν κι ο Παρμαξούης: Είνας χωρέτες είχεν είναν γάϊδιαρον και έναν αιίδ. Κάθαν πουρνόν εβγάλνεν και  ελάλνεν άτα σο γιαϊλίμ  να βόσκουνταν. Ο γάϊδιαρον επέγνεν ομάλια ομάλια, εκρεμίουτον απέσ' σ' εναν τσαΐρ και εβόσκουτον ως να βραδύν, εγόμωνεν την κοιλίαν άτ, και αποβραδίς εκλώσκουτον και στέρια στέρια έρχουτον σο μαντρίν ατ’. Μετ' αέτς  επάχυνεν κ’ εέντον άμον μουχτερός.
Τ’ αιϊδόπον αχούλ  'κ είχεν, έτρεχεν άν, έτρεχεν κα, ετσαντζάρευεν σα δεντρά, έγλυφτεν τα κλαδία, την κοιλίαν έθε καμίαν ’κ εγόμωνεν και πάντα έτον ζαΐφκον.
-Εμείς  απ' ατό ’δεν 'κ  εγροίξαμε, είπαμ’ άτον.
-Μέτα κ' εσείν, άτο πα ’κ εγροίξετεν;
 Ο πλούσιον εν ο παχυμένον ο γάϊδιαρον και εφτωχόν το ζαΐφκον τ' αιϊδόπον.

Γ. Χιάλη

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
σείτια= ενώ
ρδόμον=δρόμο
εκαλάτσευαμε=μιλούσαμε
ζήσ'= ζωή
κοτ= μέτρο σιτηρών
αιίδ(ια)= κατσίκι (α)
γιαϊλίμ =τα εστελνε στη βοσκή
εγόμωνεν=γέμιζε
στέρια- στέρια= σιγά- σιγά
μουχτερός= γουρούνι
αχούλ= μυαλό
ετσαντζάρευεν= σκαρφάλωνε
ζαΐφκον (τουρκικη λέξη) = αδύνατο
δεν 'κ' εγροίξαμε =δεν καταλάβαμε
Μέτα= βρε
ατό = αυτό


Καστανιά Βέροιας


Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Γρα- Γρου

Καστανιά Βέροιας

Η ονομασία "γρα-γρου" προήλθε από τον θόρυβο που έκαναν τα κάρα περνώντας μπροστά από το μαγαζί. Είναι τουρκική λέξη και σημαίνει  οχλοβοή!!!

Η φωτογραφία σαν ανάμνηση για  τους παλαιότερους.
Όταν ανεβαίναμε στην Καστανιά δυο ήταν οι στάσεις: μια στο Γρα-γρου με την εξαιρετική φασολάδα και μια στο φούρνο του Τσαχούρ...τα ξημερώματα για το πεϊνιρλί!!!!

Γιάννης Γερμανίδης & Γιώργος Τσιρίδης απο την Κρώμνη

Στις περισσότερες ανθρώπινες μορφές, που καταγράφηκαν σε φωτογραφίες ως το 1950, διακρίνονται χαρακτηριστικά προσώπων και βλέμματα, όπου η ανιδιοτέλεια και η καθαρότητα της ψυχής αναδύονται για να συνθέσονν μια ομορφιά, που σήμερα οι άνθρωποι σπάνια διαθέτουν. Μια ομορφιά περικυκλωμένη από τον ξεριζωμό, τις κακουχίες, τη φτώχεια, την ορφάνια, τους πολέμους, που άντεξε, όμως, και ρίζωσε.
Η εσωτερική ομορφιά του σωστού ανθρώπου δεν είναι κάτι που έρχεται και φεύγει με τρόπο τυχαίο. Είναι αποτέλεσμα μακρών και σε βάθος χρόνου προσπαθειών των προγόνων να μεταβιβάσουν τον σπόρο της ανθρωπιάς στους απόγονους και στους τριγύρω ανθρώπους.
Με αυτόν τον σπόρο είχαν γαλουχηθεί και ο Γεώργιος Τσιρίδης και ο Γιάννης Γερμανίδης, στην Κρώμνη, όπου είχαν γεννηθεί, ο πρώτος το 1893 και ο δεύτερος το 1914. Έτσι, ο σπόρος φύτρωσε, άνθισε και έδωσε και αυτός, με τη σειρά του, νέους σπόρους...
Κρώμνη. Οικισμός Σαμανάντων

Ο Γιάννης Γερμανίδης
Ο Γιάννης Γερμανίδης ήταν το όγδοο παιδί του Ηρακλή, του φούρναρη της Κρώμνης, και της Ευμορφίλης. Τα υπόλοιπα επτά ήταν κορίτσια: η Φωτεινή, η Μαρία, η Ουρανία, η Ιφιγένεια, η Περσεφόνη, η Βηθλεέμ και η Στυλιανή. Τόση ήταν η χαρά του Ηρακλή με τη γέννηση του γιου του, που στο νεαρό κορίτσι που έτρεξε να του φέρει τη χαρμόσυνη είδηση έδωσε δύο λίρες.
Ο Ηρακλής, τα πρώτα ψωμιά που έβγαζε, τα έστελνε με τα κορίτσια του στους φτωχότερους και στους ανήμπορους. Πέθανε σε ηλικία 45 ετών, όταν ο γιος του Ιωάννης ήταν πέντε ετών παιδί. Έτσι, τον ανέλαβαν οι αδελφές του και έφτασε στην Ελλάδα το 1924. Ένα παιδί μεγαλωμένο στην προσφυγιά και στη φτώχεια.
Με τα χρόνια, άρχισε να ασχολείται με το χτίσιμο σπιτιών και στη συνέχεια δούλεψε στα οχυρά του Ρούπελ, κ. τ. λ. Μετά τη λήξη του πολέμου, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ξεκίνησε αρχικά ως υπεργολάβος και αργότερα ως εργολάβος, οικοδομώντας πολυκατοικίες. Ήταν από τους πρώτους εργολάβους στη Θεσσαλονίκη.
 Μια καινοτομία του στην οικοδομική ήταν ότι κατασκεύασε ένα από τα πρώτα λυόμενα σπίτια στην Ελλάδα. Επρόκειτο, αν όχι για την πρώτη, σίγουρα, όμως, από τις πρώτες επινοήσεις για προκατασκευασμένα εξοχικά σπίτια. Συνέβαλε σημαντικά στην ανέγερση κτιρίων ποντιακών συλλόγων και του ξενώνα των Κρωμναίων στην Παναγία Σουμελά, στο Βέρμιο. Εκεί, στο κοιμητήριο που δημιουργήθηκε για τους επιφανείς Πόντιους της Ελλάδας των νεότερων χρόνων, βρίσκεται και ο τάφος του.
Μια από τις προσωπικές μου αναμνήσεις από τον Ιωάννη Γερμανίδη, θείο της μάνας μου, λίγο πριν φύγει από τον κόσμο αυτό, το 1976, είναι η εξής: Φτάσαμε με το αυτοκίνητό του στον χώρο, όπου χτιζόταν η Παναγία Σουμελά, με τους ξενώνες της, μια ή δύο ημέρες μετά τον Δεκαπενταύγουστο. Η εξέδρα, όπου χόρεψαν τα ποντιακά χορευτικά συγκροτήματα από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, εξακολουθούσε να βρίσκεται ακόμη εκεί. Από κάποιο μεγάφωνο ακούγονταν ποντιακά λαλίας και ένα τσούρμο μικρών παιδιών χόρευε. 
Ο Γιάννης Γερμανίδης, που αγαπούσε υπερβολικά τα παιδιά, μόλις τα είδε, σταμάτησε αμέσως το αυτοκίνητο και, με γρήγορο βήμα, κατευθύνθηκε στην εξέδρα. Έπιασε τα χεράκια των παιδιών, μπήκε ανάμεσά τους και άρχισε να χορεύει και αυτός μαζί τους. Πρόκειται για την ωραιότερη εικόνα που διατηρώ στη μνήμη ως ένδειξη ενός συνόλου ιδιοτήτων της ποντιακής κρωμέτικης ψυχής...
Στην Παναγία Σουμελά. Διακρίνονται από αριστερά οι Γιώργος Πολατίδης, Γιάννης Γερμανίδης, Λεωνίδας  Παπαδόπουλος, Παναγιώτης Βιόπουλος, Αθανάσιος Κοσμίδης , οι γυναίκες και τα παιδιά τους.

Ο Γεώργιος Τσιρίδης
Ο Γεώργιος Τσιρίδης του Παναγιώτη και της Σοφίας, από μικρός έμαθε την τέχνη του πατέρα του, που ήταν οπλουργός της Κρώμνης. Το ίδιο και τα άλλα αδέλφια του, άλλος λίγο και άλλος πολύ. Ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Κωνσταντίνος, του «Τσίρ’ ο φέγγον», όπως τον ονόμασαν, λόγω της επιβλητικής κορμοστασιάς, της ομορφιάς και της εξυπνάδας του, χάθηκε, μαζί με άλλους, στην Αμάσεια. Μετά ήταν ο Γεώργιος και ακολουθούσαν ο Νικόλα-ος, ο Ιωάννης, ο Χαρίλαος και ο Ηρακλής.Είχαν και μια αδελφή, την Αναστασία.
Μετά τον θάνατο του αδελφού του, ο Γεώργιος, που ήταν άριστος μαθητής στο σχολείο της Κρώμνης, πήγαινε και βοηθούσε τον πατέρα του στο οπλουργείο. Τη νύχτα κρατούσε το φανάρι, φέγγοντας τον πατέρα του που ακολουθούσε. Μια νύχτα που δεν ήταν μαζί του, - θα ήταν δεκαπέντε ετών τότε ο Γιώργος - σκότωσαν τον πατέρα του, ενώ επέστρεψε στο σπίτι. Τη φορά αυτή, μετά από μέρες, ήταν το δεκαπεντάχρονο παιδί, που άνοιξε το οπλουργείο. Από μικρός στη δύσκολη προσπάθεια, τη απαραίτητη για την επιβίωση. Λίγα χρόνια αργότερα, πήγε υποχρεωτικά στον τουρκικό στρατό, όπου υπηρέτησε επί τεσσεράμισι χρόνια. Πολλά μου διηγήθηκε από τη ζωή του εκεί, από τα οποία θα αναφέρω το ακόλουθο περιστατικό:
Τους πήγαιναν προς το Χασάν Καλέ, χειμώνα, μέσα στα χιόνια. Πολλοί πέθαναν, τότε, από το κρύο και την πείνα. Ο Γιώργος ο Τσιρίδης ανήκε στο τεχνικό προσωπικό, όπου η κατάσταση ήταν κάπως υποφερτή. Έτσι, κρυφά βοηθούσε, όσο του ήταν δυνατόν, κάποιους συναδέλφους του που ήταν είτε από την Κρώμνη ή από τα γύρω χωριά. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο γιος του Χατζηπαύλου, του προύχοντα της Κρώμνης, που του είπε:
Έικιτι Γιώργο, η αξία τον ανθρώπου εδώ φαίνεται...
Αμάσεια
Το είπε αυτό, επειδή πριν πάνε στον στρατό, ως γιος του προύχοντα της Κρώμνης, δεν του έδινε σημασία και τον προσπερνούσε σαν παρακατιανό. Αλλά στους δύσκολους αυτούς καιρούς, συνειδητοποίησε πού βρίσκεται η αξία του ανθρώπου, δεν προσπέρασε με αχαριστία, αλλά είπε την αλήθεια μετανιωμένος.
Στην Ελλάδα ήρθε ο Γεώργιος Τσιρίδης με τη γυναίκα του Ουρανία, μία από τις αδελφές του Ιωάννη Γερμανίδη. Δύσκολα χρόνια, σκληροί καιροί! Η επιβίωση δύσκολη. Συνέβηοαν τραγικά γεγονότα στην οικογένειά του, που δεν επέτρεψαν σε αυτήν να ριζώσει σε ένα μέρος. Πέθανε τον Απρίλιο του 1988 στη Θεσσαλονίκη.
Η πιο συνηθισμένη του έκφραση, που όταν την έλεγε χαμογελούσε στοχαστικά, ήταν:
...Αούτον ο κόσμον ψεύτικον εν’!... δηλαδή, ...αυτός ο κόσμος είναι ψεύτικος. Λίγο χρόνο πριν φύγει από τη ζωή, θυμάμαι που πήγαμε με το αυτοκίνητο σε κάποιο βουνό. Καθώς πλησιάζαμε και μόλις το είδε, θυμήθηκε, φαίνεται, τα βουνά όπου γεννήθηκε και έζησε νέος στην Κρώμνη, και άρχισε να σιγοψιθυρίζει, να σιγοτραγουδάει έναν ποντιακό σκοπό σαν μοιρολόι, σαν ένα παλιό παράπονο χωρίς γιατρειά στον τραγικό αυτόν κόσμο ...

Χρήστος Κοπτερόπουλος


Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Εκδοτικές προσπάθειες του Γιάννη Πασαλίδη

Σημειώσεις του καθηγητή Γιάννη Χασιώτη
Γιάννης  Πασαλίδης

 Το 1918, ο γιατρός και πολιτικός από τότε Γιάννης Πασαλίδης εξέδωσε στο Σοχούμ της Γεωργίας την εβδομαδιαία τετρασέλιδη εφημερίδα του «Νέα Ζωή».
Στην Ελλάδα, μετά το 1920, ο Πασαλίδης ίδρυσε - μαζί με άλλους - τον Σύλλογο Καυκασίων και εξέδωσε το περιοδικό «Μακρινές Φωτιές».
 Όπως και η εφημερίδα «Νέα Ζωή», έτσι και το περιοδικό του Γιάννη Πασαλίδη ήταν βραχύβιο. Την ίδια περίοδο, ο Πασαλίδης εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Τρία πονεμένα δάκρυα», εξωτερικεύοντας τον βαθύ εσωτερικό του κόσμο. Δυστυχώς, δεν έγινε δυνατό να βρεθούν αντίτυπά τους.
Τον Νοέμβρη του 1920, όταν ο εκδότης της εφημερί­δας Γιάννης Πασαλίδης κατέφυγε, αρχικά στη Γερμανία (Βερολίνο), και κατόπιν στην Ελλάδα, ο ελληνικός σύλλογος "Ένωσις" ανέθεσε τη διαχείριση της Νέας Ζωής στον ελληνικό σύνδεσμο «Ελπίς», που είχε υπεύθυνο τον Δ. Χιωτίδη.
Ο Σανταίος Γιάννης Πασαλίδης, που ήταν πρόε­δρος της ελληνικής κοινότητας στο Σοχούμ, μετά την επανάσταση του 1917 στη Ρωσία, ηγήθηκε, μαζί με τον Τσάτσα, του ελληνικού εθνικού κινήματος των μενσεβί­κων. Το 1918, στις εκλογές για τη βουλή της Γεωργίας, ο Πασαλίδης εκλέχθηκε βουλευτής με μεγάλη πλειοψηφία και έγινε υφυπουργός των εξωτερικών στη γεωργιανή κυβέρνηση. Στο πλαίσιο της Σοσιαλιστικής Σοβιετικής Δημοκρατίας της Γεωργίας, στα τέλη του 1921, αναγνω­ρίσθηκαν ως αυτόνομες ελληνικές περιοχές η Αμπχαζία, η Ατζαρία και η Νότια Οσετία. Η περιοχή της Αμπχαζί­ας, με πρωτεύουσα το Σοχουμ, είχε τους περισσότερους Έλληνες.
Η εφημερίδα «Νέα Ζωή», κατά την περίοδο 1918- 1921, ήταν το επίσημο δημοσιογραφικό όργανο τον ελ­ληνικού τμήματος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, που είχε μέχρι τον Νοέμβρη του 1920 ηγέτη τον Γιάννη Πασαλίδη. Οι μπολσεβίκοι κατάγγειλαν τη «Νέα Ζωή» ως όργανο της ελληνικής αστικής τάξης, που εκμεταλ­λευόταν τη μικρή γνώση της ρωσικής γλώσσας από τους ελληνικούς πληθυσμούς της Γεωργίας.
Γιάννης Πασαλίδης
Ο καθηγητής I. Χασιώτης για τον Γιάννη Πασαλίδη
Ο I. Χασιώτης γράφει στο βιβλίο του «Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης»: Δύο είναι οι προ­σωπικότητες που διακρίθηκαν για το συντονισμό των ενερ­γειών του ελληνικού στοιχείου της Γεωργίας (ιδιαίτερα της περιοχής του Σοχουμ) με τις τοπικές πολιτικές κινήσεις: ο γιατρός  Γιάννης Πασαλίδης, μετριοπαθής μαρξιστής, μέλος αρχικά του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και στη συνέχεια δυναμικό στέλεχος του μενσεβικικού κινήματος της Γεωργίας - για ένα διάστημα είχε αναλάβει και τη θέση του υφυπουρ­γού εξωτερικών στην κυβέρνηση της Γεωργίας - και ο επίσης γιατρός Κοσμάς Σπυράντης, επίλεκτος εκπρόσωπος της ελ­ληνικής κοινότητας, υποπρόξενος της Ελλάδας στο Σοχούμ και ένθερμος θιασώτης της ελληνικής εθνικής πολιτικής της εποχής .
 Παρά τις ιδεολογικές τους διαφορές, οι δύο γιατροί, που κατάγονταν και οι δύο από τη Σαντά του Πόντου, συνέκλιναν στην κοινή αντιπαλότητα τους προς τους μπολσεβί­κους. Και οι δύο πρόβαλαν με πάθος τις θέσεις τους - συχνά μεταφέροντας τις ιδεολογικές τους διαφορές σε προσωπικό επίπεδο - μέσα από τις στήλες των δικών τους τετρασέλιδων εφημερίδων: ο πρώτος της «Νέας Ζωής» και ο δεύτερος της «Μορφώσεως»...
Πάντως, παρά την ακούραστη προπαγανδιστική δραστη­ριότητα και τις ρητορικές ικανότητες του Πασαλίδη, το πο­λιτικό κήρυγμα του μαρξισμού - έστω και του μετριοπαθούς των μενσεβίκων - δεν βρήκε την αναμενόμενη απήχηση στο ελληνικό στοιχείο της Γεωργίας, το οποίο προτιμούσε από τις σοσιαλιστικές και κοινωνικές ιδεολογίες, την προώθηση των εθνικών εκείνων οραμάτων που θα το συνέδεε στενότερα με την Ελλάδα.
Ο Γιάννης Πασαλίδης το 1910 στη θεμελίωση της κεντρικής σχολής Σαντάς , διακρίνεται αριστερά του μητροπολίτη Ροδόπολης Κύριλλο
Ο Πασαλίδης για την πολιτική των μενσεβίκων
Μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων στη Γεωρ­γία, την Αμπχαζία και την Αρμενία, το 1920, ο Πασαλί­δης, στην τριετή κυβέρνηση των μενσεβίκων (μειοψηφούντων), στην οποία μετείχε ως υφυπουργός εξωτερικών : Άφησε τη μικρή αγροτική ιδιοκτησία που προϋπήρχε και απαλλοτρίωσε υπέρ των αγροτών την υπό­λοιπη, σε αντίθεση με τη σαρωτική κολεκτιβοποίηση των πά­ντων, που εφαρμόσθηκε στα άλλα εδάφη της Σοβιετικής Ένω­σης. Εθνικοποίησε και υπήγαγε υπό τον αποφασιστικό έλεγχο των εργατών τις παραγωγικές μονάδες της περιοχής. Ο τύπος προώθησε την ιδεολογική κριτική και αντιπαράθεση, τόσο με­ταξύ των διαφόρων τάσεων όσο και προς την τακτική της κε­ντρικής εξουσίας του μπολσεβίκικου κόμματος.

Απο΄'δω και πέρα τι κάνουμε;

Την 1 Γενάρη 1981, μετά από διαπραγματεύσεις που άρχισαν στις 8 Ιούνη του 1959 με την τότε ΕΟΚ, «εισήλθομεν εις την Ευρωπαϊκήν Ένωσιν», γιατί ως χώρα «ανήκομεν εις την Δύσιν», όπως έλεγε ο σχωρεμένος Κωνσταντίνος Καραμανλής Α’.
 Η είσοδος της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση χαιρετίστηκε με τυμπανοκρουσίες, αφού η χώρα έμπαινε στην τροχιά της ανάπτυξης και της προόδου, με τα δισεκατομμύρια που θα «εισέρεαν» από τους Ευρωπαίους. Ήταν, πλέον, βέβαιο ότι οι ’Ελληνες και οι άλλοι Ευρωπαίοι θα έτρωγαν με χρυσά κουτάλια!
Η περιβόητη ιδιωτικοποίηση των δημόσιων οργανισμών, που αποτελούσε λύση των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων, τους χαντάκωσε. Ως και η ΔΕΗ — πού να το φανταστεί κανείς! — κατάντησε προβληματική!
Για να βγει η χώρα από την κρίση, πρέπει να προχωρήσει στην ανάπτυξη, λένε. Πώς θα αναπτυχθεί η χώρα με τις κλοπές — περικοπές των μισθών και των συντάξεων και τον περιορισμό σε πολύ χαμηλά επίπεδα της αγοραστικής δύναμης της πλειοψηφίας των Ελλήνων;
Πώς θα γίνει ανάπτυξη, όταν οι τράπεζες δεν έχουν χρήμα, για να δανείσουν! Όταν είχαν (...), πριν από μερικά χρόνια, πάλι οι παραγωγικές, λεγόμενες, τάξεις κατήγγειλλαν τις τράπεζες για πολύ ακριβό χρήμα. Η μικρή αποταμίευση, από Μεσσίας που θα έσωζε κατά τη δεκαετία του 1960, συμβάλλοντας στην παραγωγική διαδικασία, έγινε από τις τράπεζες αποδιοπομπαίος τράγος, γιατί, τάχα, αποτελούσε τροχοπέδη στην ανάπτυξη, και δεν τη δέχονταν οι τράπεζες, απαιτώντας, μάλιστα, «φύλακτρα» για τις μικρές αποταμιεύσεις, αντί να δίνουν κάποιον τόκο.
Αν αξιοποιούνταν τα δεκάδες χιλιάδες ακίνητα που έχει στην κατοχή της, από κατασχέσεις, κάθε τράπεζα, θα μπορούσε να λυθεί ένα μέρος του προβλήματος. Αντί για αυτό, ο Γεώργιος Παπανδρέου Β' πήρε το πρώτο δάνειο και το πρόσφερε μποναμά στις τράπεζες, γιατί τον στήριξαν! Στηρίγματα του δικομματικού συστήματος αποτελούν και όλοι αυτοί που βγάζουν δισεκατομμύρια σε ξένες τράπεζες.
Μέσα σε τριάντα χρόνια από τότε που «εισήλθομεν εις την Ευρωπαϊκήν Ένωσιν» έφτασε η χώρα να ζητιανεύει από τα αφεντικά της Ευρώπης, τους Γάλλους και τους Γερμανούς, και οι εκκλησίες και άλλοι φιλάνθρωποι να ξαναστήνουν συσσίτια, για να μην πεθάνουν κάποιοι Έλληνες από την πείνα.
Για αυτήν την πραγματικότητα δεν μιλάει κανείς σήμερα. Οι καθημερινές ανιαρές και ανεύθυνες συζητήσεις στην τηλεόραση αφορούν το μνημόνιο, τους αντιπροσώπους της τρόικας και τους ελέγχους και τις υποδείξεις τους πώς θα μειώσουν ακόμη περισσότερο το μεροκάματο και τη σύνταξη των απλών Ελλήνων, πότε θα πάρει η Ελλάδα την τάδε
δόση του δανείου, που καθεμιά την σπρώχνει ακόμη βαθύτερα στην εξαθλίωση και στην υποταγή στους Γάλλους και τους Γερμανούς, τα αφεντικά της Ευρώπης, τι γίνεται
με το PSI-αλήθεια, τι είναι αυτό;  κ. τ. λ.  κ. τ. λ..
Δεν κάνουν καθόλου λόγο για τα δισεκατομμύρια της Ευρώπης (που τα πλήρωσαν οι απλοί άνθρωποι της Ευρωπαϊκής Ένωσης), που φαγώθηκαν από τους ξύπνιους, οι αξιότιμοι δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί και οι οικονομολόγοι και όλοι οι άλλοι, που παίζουν το παιχνίδι εκείνων που κάνουν σήμερα περιουσίες εκατομυρίων, όπως έκαναν κατά τη γερμανική κατοχή, 1941-1944, οι μαυραγορίτες και οι δοσίλογοι. 
Συχνά ακουγόταν ότι η Ελλάδα δεν «απορρόφησε τα κονδύλια» της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εκτέλεση έργων και, έτσι, χάνονταν εκείνα τα χρήματα ή επιβάλλονταν στη χώρα μας βαρύτατα πρόστιμα, παρμένα πάλι από τον ιδρώτα και το αίμα των απλών Ελλήνων. Κανένας δεν μιλάει για τους φταίχτες της μη απορρόφησης, κανένας δεν ζητάει να μάθει πού διατέθηκαν τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να μην συνεχιστούν οι ίδιες κομπίνες και σήμερα. Οι σοβαροφανείς οικονομολόγοι και δημοσιογράφοι δεν λένε λέξη για το πώς θα παράξει η Ελλάδα βασικά προϊόντα, ανταγωνιστικά απέναντι στα ξένα, πώς θα σταματήσουν οι ανεξέλεγκτες αθρόες εισαγωγές προϊόντων που παράγει η Ελλάδα.
Δεν τα γνωρίζουν αυτά; Τα γνωρίζουν και τα παίζουν στα δάχτυλα! Τα γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα, αλλά η εξάρτησή τους από τους οικονομικά ισχυρούς, ντόπιους και ξένους, των οποίων τα συμφέροντα υπηρετούν, τους κάνει να φαίνονται ανενημέρωτοι, άσχετοι, ανίκανοι να καταλάβουν και τα πιο απλά πράγματα.
Όσοι πίστεψαν στην «Ευρώπη των λαών και της προόδου» έχουν οικτρά διαψευστεί, όχι γιατί μια τέτοια ένωση είναι κακή, αλλά γιατί και την ένωση αυτή κάποιοι ισχυροί τη θέλουν δική τους και τους άλλους τους θέλουν κορόιδα να πληρώνουν!
Οι απλοί άνθρωποι της Ευρώπης μπορούν να πάνε μπροστά με δημοκρατία, χωρίς κηδεμόνες και κλέφτες ηγέτες. Όλες οι χώρες έχουν ανεξάντλητες πλουτοπαραγωγικές πηγές. Και η Ελλάδα πάρα πολλές. Και μπορούν να ανακαλυφθούν και άλλες, φτάνει να αποτινάξουν από πάνω τους τους εκμεταλλευτές τους, είτε είναι πρώην(;) ναζιστές είτε Εβραίοι σιωνιστές είτε άλλα ευρωπαϊκά λουλούδια (τσιτσέκια, ιστέ!).

Η καλομάνα μ’

Η καλομάνα μ’ έρχεται σον ύπνο μ’ κάθαν βράδον
και κρούει σο νου μ’ ντο έσυραν επεκεί αδά όνταν έρθαν
Πούλοπο μ’, λέει με, πού είσαι, ενέσπαλες τη γιάγια σ’;
Με τα χάταλα ντο έσυρα σα στράτας όνταν έρθα,
γιασίρα τη γιασιρί’ ερούξαμ’ σην Ελλάδαν,
τεάμον σην πατρίδαν εμουν ατείν εμάς θ’ ετσούζ’ναν.
Ατείν ξαν, απαδά κιακεί εσύρνανε μας πάντα,
Πρόσφυγες
μουατσίρ’ σα στράτας απαγκέσ’,
ους να εκαλοκάτσαμε σην Κολχικήν μερέαν.
Για τ’ εμάς τόπον ’κ’ είχανε, άμον Χριστού γιασίρα,
μίαν αδά και μίαν ακεί, για τ’ εμάς μέρος 'κ' έτον.
Χίλα ευλοΐας είχαμε, οσπίτα και κεπία,
παρχάρα κατενά νερά, κρενία και ορμία,
ζα, αλμεγάδα, πρόατα, γομάτα τα μαντρία με ούλα τα εχειάδας,
κι αναχάπαρα εγένουμνες εχτάτσ’ και περισάνοι σ’ Ελλάδας τα κεσάδας.
Γιάγια γλυκέα, λέγ’ ατεν, γιάγια, ξάι μη κομπούσαι, 
καμίαν ’κι ανασπάλλω εγώ, εκείνα κι ανασπάλκουν,
ση κάρδας-ι-μ’ τα φύλλα απέσ’ βαθέα ειν’ κρυμμένα,
κι όνταν εγώ νουνιζ’ ατα, κλαίω άμον εσέναν.
Ποιον έναν ν’ αναστορώ, ποιον έναν να λέγω, 
ατσάπαν τ’ εμετέρ’, εκεί π’ επέμναν, αναπάουν;
Τ’ ομμάτα επέμναν ανοιχτά, τ’ ωτία αφουκρούνταν,
άλλ’ άθαφτοι σα στράτας απαγκέσ’, τα χέρα απλωμένα,
κι άλλ’ ση θάλασσαν απέσ’, σο κύμαν τ’ αγρεμένον,
 χωρίς κερίν και θυμίαμαν, χωρίς ποπά ευλοΐαν.

Ανθούλα Πολιτίδου- Λαζαρίδου

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Σαντά, ενορία Ισχανάντων 1912!!!

Διακρίνονται :
 1. Ιουλία Λαμπριανίδου, σύζυγος Ανδρέα Σπυράντη (γιατρού)
2. Όλγα Λαμπριανίδου, σύζυγος Αργυρόπουλου)

Γλέντι στη Σαντά , στην αρχή του αιώνα μας.


Ο πρώτος από αριστερά καθιστός ( με το καπέλο) είναι ο Παντελής Λαμπριανίδης, πατέρας του Λάμπρου Λαμπριανίδη (Δικηγόρου- Βουλευτή- Υπουργού)

Αναμνήσεις από την κατοχή και την πείνα.

Οι Γερμανοί, από τον πρώτο χρόνο της κατοχής τους στην Ελλάδα, το 1941, άδειασαν τις αποθήκες σιτηρών και οι φούρνοι δεν έβγαζαν ψωμί. Στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, τα χωριά του λεκανοπεδίου των Μουριών Κιλκίς υπήρξαν το σωσίβιο για τη ζωή πολλών σκορπισμένων και πεινασμένων, που έφταναν κααθημερινά από τη Θεσσαλονίκη με τα πόδια, αλλά και από άλλες μακρινότερες περιοχές, για να βρουν μια χούφτα καλαμποκίσιο αλεύρι ή άλλα δημητριακά.
Σ.Σ. Μουριών
Οι εικόνες εκείνες με την πείνα δεν περιγράφονται. Η πείνα φανέρωσε το μεγαλύτερο θεριό που δεν παλεύεται. Θυμάμαι καλά δυο νέους άντρες, έναν από τη Θεσσαλονίκη, όπως είπε — δεν θυμάμαι το όνομά του — και έναν από τον Πειραιά, τον Θανάση Καρδάση.  Είχαν
φτάσει στο χωριό Ροδώνα με τα πόδια. Παρακάλεσαν τον πατέρα μου, που ήταν και εκείνος νέος 40 χρόνων, τότε - να μείνουν για λίγες μέρες στο σπίτι μας και να τρώνε ένα πιάτο φαγητό.
Το σπίτι μας δεν ήταν μεγάλο, η οικογένεια ήταν μεγάλη, και όμως, ο πατέρας μου τους δέχτηκε. Ήταν άνθρωποι. Ήταν άνθρωποι ευγενικοί. Έφευγαν το πρωί και γύριζαν το βράδυ. Η μάνα μου τους έφτιαχνε κάθε πρωί παπάρα με ολόπαχο πρόβειο γάλα που το είχαμε μπόλικο. Τα βράδια πίτες, γαλατόπιτες, κολοκυθόπιτες, πατάτες βραστές. Αυτό ήταν το φαγητό του μουσαφίρη. Συχνά μαγείρευε κατσαμάκια Αυτό το μαγείρευε η γιαγιά μου Μάρθα Αναστασιάδου - η Σιχούνα - μάνα της μάνας μου Καλλιόπης. Ήταν τεχνίτισσα, αφού με το κατσαμάκι μεγάλωσε πέντε εγγόνια τον καιρό της πείνας του 1941. Όταν το έβγαζε από τη φωτιά, το άπλωνε μέσα σε ένα ταψί και στη συνέχεια έβαζε το ζεματιστό από πρόβειο καβουρμά. Όλοι τρώγαμε μέσα από το ταψί. Μοσχομύριζε όλο το σπίτι. Η γιαγιά μου γεννήθηκε το 1865 στο Μαντέν του Μεσουντιέ του Πόντου.
Στην κατοχή ο σιδηροδρομικός σταθμός Μουριών ήταν ο κεντρικός σταθμός πεινασμένων ανθρώπων κάθε ηλικίας και φύλου. Οι Μουριώτες φιλοξένησαν ανθρώπους πεινασμένους. Όλοι οι Μουριώτες είχαν ζωντανά, έσφαζαν και κανένα. Λειτουργούσαν τρεις νερόμυλοι στην αράδα, σε, περίπου, χίλια μέτρα απόσταση ο ένας από τον άλλο. Το νερό κινούσε τον πρώτο μύλο και στη συνέχεια τους άλλους και χυνόταν στη λίμνη Δοϊράνη. Ήταν οι μυλωνάδες του λεκανοπεδίου των Μουριών Ιωάννης Καζαντζίδης, από τη Ροδώνα, Δημήτριος Χατζόπουλος, από το Ακίντζαλη, Δημήτριος Ζωίδης, από τα Κρητικά.
Έρχονταν στον κάμπο των Μουριών, στο θέρος, και εκείνοι που μάζευαν «μπασάκια», δηλαδή τα παρατημένα από τους γεωργούς στάχυα. Αφού μάζευαν ικανή ποσότητα, τα κοπάνιζαν με τον κόπανο, τα λίχνιζαν για να ξεχωρίσουν το σιτάρι από τα άχυρα και τα είχαν έτοιμα για χρήση. Μερικοί χτυπούσαν τα στάχυα στο γουδί, άλλοι τα άλεθαν στον χειρόμυλο και τα έκαναν πλιγούρι, για τσορβά (σουρβά) και πιλάφι.
Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε για αρκετό καιρό. Μετά έδειξαν αρπαχτικές διαθέσεις. Έπαιρναν δεμάτια σιτάρι. Oι πεινασμένοι γύρευαν μια χούφτα αλεύρι γύρω στους νερόμυλους.
Είχαμε ένα κοπάδι πρόβατα, που τα φύλαγα, όταν ήμουν 14-15 χρόνων. Έβλεπα τους πεινασμένους στο λιβάδι, ομάδες ομάδες, να ανάβουν φωτιές και να ψήνουν χελώνες για να τις φάνε. Χτυπούσαν τη χελώνα στο καύκαλο, που άνοιγε σαν πιάτο.
Έρχονταν από παντού Θεσσαλονικείς και άλλοι και έδιναν τα χρυσαφικά τους για λίγη τροφή. Περήφανος ο προσφυγικός κόσμος των Μουριών, έδινε ό,τι μπορούσε, χωρίς αντάλλαγμα. Έδιναν χειροκίνητες ραπτομηχανές για ένα κομμάτι ψωμί.
Πώς να ξεχαστούν οι αναμνήσεις των παιδικών χρόνων, των θλιβερών χρόνων της πείνας! Ο κόσμος ανάστατος, πήγαινε από χωριό σε χωριό. Οι δύο ξένοι χώρισαν. Ο Θεσσαλονικιός έσμιξε με άλλους γνωστούς. Ο Θανάσης Καρδάσης, από τον Πειραιά, έγινε γελαδάρης — τσομπάνος - στο χωριό Ροδώνα. Φύλαγαν τα ζώα μαζί με τον Παναγιώτη Παλτσίδη ή Μαυρομάτη, από τα Κάτω Πορόια των Σερρών, που ήταν πρόσφυγας στο χωριό, λόγω κατοχής του χωριού του από τους Γερμανούς και τους Βουλγάρους. Στην αρχή περίπου του 1942 έφυγαν και οι δύο στο βουνό, με τους αντάρτες του ΕΑΜ και δεν τους ξαναείδαμε.
Αποκομιδή νεκρών στους δρόμους της Αθήνας, χειμώνας 1941-1942

Στην Αθήνα οι άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα μέσα στους δρόμους. Γέροι, νέοι και παιδιά. Δεν ξεχνάμε ποτέ, εμείς που τα ζήσαμε, όλα αυτά και που ήταν αποτέλεσμα της κατοχής της Ελλάδας από τους Γερμανούς, τους Ιταλούς και τους Βούλγαρους.

Παύλος-Σωκράτης Παυλίδης


Κλίση του ρήματος ερωτώ

ΕΝΕΣΤΩΣ
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ
ΑΟΡΙΣΤΟΣ
ερωτώ
ερώτανα
ερώτεσα

ερωτάς
ερώτανες
ερώτεσες
ρώτα
ερωτά
ερώτανεν
ερώτεσε
ρωτέστε
ερωτούμε
ερώταναμε
ερώτεσαμε

ερωτάτε
ερώτανετε
ερώτεσατε

ερωτούν(ε)
ερώταναν
ερώτεσαν(ε)

Άγιος Κωνσταντίνος Ζουρνατσάντων
Σημειώσεις

Στην ποντιακή διάλεκτο μερικές λέξεις τονίζονται και πέρα από την τρίτη συλλαβή (προπαραλήγουσα). Αυτό παρατηρείται:

1.Στο πρώτο και δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο του παρατατικού και του αορίστου, όπως έλλαζαμε, έλλαζετε, έλλαξαμε, έλλαξετε, έκαφταμε, έκαφτετε, έκαψαμε, έκαψετε, ελάγγευαμε, ελάγγευετε, ελάγγεψαμε, ελάγγεψετε.

2. Στα υπερδισύλλαβα επίθετα (που έχουν πάνω από δύο συλλαβές), του θηλυκού γένους, πάλι τονίζονται πάνω από την προπαραλήγουσα, όπως άνιφτεσσα (άνιφτος), εύκαιρεσσα (εύκαιρος), άπορεσσα (άπορος), άπονεσσα (άπονος), μαυράχαρεσσα (μαυράχαρος).

Εφιαλτικές Ιστορίες

 Οι Εκδόσεις iWrite, το εργαστήρι συγγραφής Imaginarium, η Ευλαμπία Τσιιρέλη και οι απόφοιτοι, σας προσκαλούμε με χαρά στην ετήσια εκδήλωση για την παρουσίαση της νέας ανθολογίας διηγημάτων του Imaginarium, με τίτλο "Εφιαλτικές Ιστορίες" και την τελετή αποφοίτησης των σπουδαστών του έτους 2015-2016!
 Στην εκδήλωση θα μιλήσουν η Ευλαμπία Τσιρέλη (διδάσκουσα και συγγραφέας), ο Γιώργος Ιωαννίδης (συγγραφέας, ψυχολόγος, διευθ. των Εκδόσεων Δαιδάλεος) καθώς και εκπρόσωποι των αποφοίτων.

Η αρχέγονη παράδοση της Θράκης στο έργο του Γεωργίου Βιζυηνού.

Ποια σχέση είχε με τη λαογραφία ο μεγάλος Έλληνας πεζογράφος και ο περισσότερο
γνωστός Θρακιώτης Γεώργιος Βιζυηνός;
 Απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να δοθεί μόνον αν ανατρέξει κανείς με λαογραφικό ενδιαφέρον στο έργο του και δεν σταθεί στα άλλα χαρακτηριστικά του, που μαγεύουν τον αναγνώστη και τον οδηγούν σε κόσμους συνήθως σκοτεινούς, όπου τον κύριο λόγο έχει η ψυχολογία ή καλύτερα η ψυχογραφία.
 Ο Βιζυηνός είναι ο λογοτέχνης που ξεπέρασε τη συνηθισμένη μέχρι την εποχή του επίπεδη αφήγηση και εισχώρησε στα άδυτα του εσωτερικού κόσμου της ανθρώπινης ύπαρξης.
Πριν, ωστόσο, από όλα αυτά, μια πολύ σύντομη αναφορά στη ζωή και το έργο του μεγάλου Θρακιώτη διανοητή και λογοτέχνη θα ήταν χρήσιμη, για τους γνώστες να ξαναθυμηθούν και για τους μη γνωρίζοντες να μάθουν.
Ο Γεώργιος Βιζυηνός γεννήθηκε το 1849 στη Βιζύη της Θράκης. Επειδή ορφάνεψε μικρός από πατέρα, υποχρεώθηκε να ξενιτευτεί και σε ηλικία δέκα ετών τον βρίσκουμε να δουλεύει μαθητευόμενος σε ραφτάδικο στην Κωνσταντινούπολη. Στη θεολογική σχολή Χάλκης, όπου μπήκε για σπουδές, με τη βοήθεια ομογενών, είχε ως δάσκαλο τον πολύ γνωστό στην εποχή του τυφλό ποιητή Ηλία Τανταλίδη. Ο Τανταλίδης παραστέκεται στον νεαρό Βιζυηνό και τον ενθαρρύνει στις πρώτες του αναζητήσεις στον χώρο της ποίησης.
Αργότερα, ο μεγάλος εθνικός ευεργέτης Γεώργιος Ζαρίφης χρηματοδοτεί τις σπουδές του Βιζυηνού στην Αθήνα και στη συνέχεια στη Γερμανία, όπου κάνει ανώτερες σπουδές στη φιλοσοφία και την αισθητική. Στο Παρίσι και στο Λονδίνο, όπου συνεχίζει τις σπουδές του, έγραψε τη διατριβή του για υφηγεσία με τίτλο «Η φιλοσοφία του καλού στον Πλωτίνο».
Έγραψε ο Γεώργιος Βιζυηνός όλο κι όλο έξι διηγήματα, που τα δημοσίευσε στο περιοδικό της Αθήνας «Εστία», μέσα σε δύο χρόνια, δηλαδή από το 1883 έως το 1884. Τα διηγήματα του είναι: «Το αμάρτημα της μητρός μου», «Ποιος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου», «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως», «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας», «Το μόνον της ζωής του ταξίδιον» και «Ο Μοσκώβ-Σελήμ».
Ο Βιζυηνός πέθανε με σαλεμένο το μυαλό του το 1896 στην Αθήνα. Στο πρώ­το του διήγημα, «Το αμάρτημα της μητρός μου», τα ήθη και τα έθιμα της θρακιώτικης κοινωνίας της πατρίδας του Βιζυηνού, περ­νούν μέσα από τις πρώτες αράδες μέχρι και τις τελευταίες. Π. χ., ένα έθιμο που συν­δέεται με τη θρησκευτική πίστη και συνεχίζεται σε πολλά μέρη μέχρι και σήμερα, είναι η τοποθέτηση ενός κομματιού από τα ρούχα του ασθενή σε μια εικόνα, για να γίνει ο ασθενής καλά. Το έθιμο να ανάβουμε λαμπάδα σαν το μπόι μας, για να επικαλεσθούμε τους αγίους για κάτι, που επίσης διατηρείται και στις μέρες μας, αναφέρεται χαρακτηριστικά από τον Βιζυηνό.
 Στο διήγημα «Ποιος ήταν ο φονεύς του αδελφού μου», η λαϊκή παράδοση διαποτίζει δροσιστικά όλες τις σελίδες. Μάλιστα, περιγράφεται και ολόκληρο το έθιμο των Φώτων σουρβιές. Σούρβιζαν, αναφέρει ο συγγραφέας, τους ανθρώπους μέσ’ στον δρόμο, πήρες και συ μια σκούπα και άρχισες να χτυπάς τον πατέρα σου πα στη ράχη και να τον σουρβίζεις: «Σούρβα, σούρβα! γερό κορμί, γερό σταυρί, όλο γεια και δύναμι, και του χρόν’ γεροί!».
Ένα άλλο έθιμο, που περιγράφεται στο ίδιο διήγημα, είναι η έκφραση ευχαριστιών από ευεργετηθείσα γυναίκα, που λέει: Επτά ημέρας θα καθίσω έξω από την οικίαν σου. Εφτά φοράς θα φιλώ το κατώφλιον της θύρας σου. Επτά φοράς την ώρα κ. τ. λ.
Δεν λείπουν και οι πολλές λαϊκές ρήσεις από τα διηγήματα του Βιζυηνού, όπως εκείνη που λέει: Δύο κακούς ανθρώπους δεν τους χωρεί ούτε όλη η οικουμένη, ενώ χίλιοι καλοί άνθρωποι κάμνουν μουχαμπέτι και μέσα εις ένα καρυδότσουφλο!
Παραμύθια, με χαρακτηριστικά ήθη και έθιμα των Θρακιωτών, περνούν μέσα στα διηγήματα του Βιζυηνού και επιβεβαιώνουν την άποψη ότι ο μεγάλος Θρακιώτης συγγραφέας είναι «κολλημένος» στην παράδοση. Ακόμη και τα ονόματα που χρησιμοποιεί, όπως Αννιώ, Παχάλης, Ευλαλία, φέρνουν τόσο ζωηρές αναμνήσεις από τη ζωή στη γειτονιά, στο χωριό, που λέει κανείς, να, τώρα θα φανούν μπροστά σου όλα αυτά τα πρόσωπα ολοζώντανα. Η μαμή, η μπάμπω των Θρακιωτών, είναι, επίσης, χαρακτηριστικό πρόσωπο των διηγημάτων του Βιζυηνού, όπως και ο κουρέας-οδοντογιατρός και άλλοι.
Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ ΣΤΗ ΒΙΖΥΗ

Βεβαίως, σε ένα τόσο σύντομο σημείωμα για έναν γίγαντα του ελληνικού λόγου, όπως ο από παντού αναγνωρισμένος θρακιώτης λογοτέχνης Γεώργιος Βιζυηνός, δεν μπορεί παρά μόνον να περιοριστεί κανείς στην αναφορά μερικών χαρακτηριστικών περιπτώσεων και σε γενικές παρατηρήσεις όσον αφορά τη σχέση του έργου του και κατ’ επέκταση του ίδιου με τη λαογραφία.
Το έργο του, λοιπόν, αποδεικνύει περίτρανα ότι ο Βιζυηνός, όχι μόνον εισάγει στα διηγήματά του αφομοιωμένα και έντονα το λαϊκό στοιχείο σε όλες του τις εκφάνσεις, αναφέροντας παντού τα ήθη και έθιμα της Θράκης, αλλά, ταυτόχρονα, φαίνεται να μην μπορεί να απομακρυνθεί από τη λαϊκή παράδοση, γιατί οι ρίζες που τον συνδέουν με αυτήν είναι πολύ βαθιές και δυνατές και γιατί τον «στριφνό» - όπως τον απεκάλεσαν μερικοί - Βιζυηνό δεν τον κατέπληξε ο πολιτισμός της Ευρώπης. Πήρε από εκεί ό,τι καλό μπορούσε και με το εφόδιο αυτό και γνωρίζοντας βαθιά τον άνθρωπο του λαού, προσπάθησε να εξηγήσει μερικά επιφαινόμενα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, να μπει μέσα στην ψυχή του ανθρώπου και να κάνει το ψυχογράφημά της, όπως κάνουν για το σώμα τα σύγχρονα ιατρικά διαγνωστικά μηχανήματα.
Ο Γιώργος Βιζυηνός, για όσους ξέρουν κάποια γράμματα, είναι πολύ εύκολος στο διάβασμα, παρά την καθαρεύουσα που χρησιμοποιεί. Είναι, ωστόσο, και πολύ ευχάριστος με την έννοια ότι κάθε αράδα των διηγημάτων του προκαλεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη, που παρακινείται από τα προηγούμενα να διαβάσει και τα επόμενα. Και το αποτέλεσμα της ανάγνωσης των διηγημάτων του Βιζυηνού είναι η ικανοποίηση του αναγνώστη, γιατί γνώρισε ακόμη περισσότερο τον εαυτό του και προχώρησε ένα ακόμη βήμα προς τον πλησίον του.

Καίτη Μελή- Παπαπαναγιώτου
Δημοσιογράφος- Οικονομ0λόγος