Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΣ ΟΡΟΣ Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΜΑΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

(Απόσπασμα από άρθρο που δημοσιεύεται στο υπό έκδοση τεύχος της «Ανατολής», με αναφορά στη 1η Πανελλήνια Συνάντηση Μικρασιατικών Συλλόγων) 
(…) Στη Συνάντηση ενώ συμμετείχαν προσφυγικά σωματεία με προέλευση από διάφορα σημεία της Μικράς Ασίας, απουσίαζαν σύλλογοι του Ποντιακού χώρου. Είναι γνωστό ότι ο οργανωμένοςΠοντιακός χώρος αυτο-διαχωρίζεται από το υπόλοιπο Μικρασιατικό, παρ’ ό,τι ο Πόντοςγεωγραφικά και ιστορικά ανήκει στον ενιαίο χώρο του Ελληνισμού της καθ’ ημάς Ανατολής. Παρά ταύτα η ενότητα των διαφόρων τμημάτων του προσφυγικού Ελληνισμού, είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.

Μπορεί ο οργανωμένος Ποντιακός χώρος, σε επίπεδο ανώτατης εκπροσώπησης να περνά μια βαθειά κρίση, με μήλον της έριδος το Πανελλήνιο Ιερό Προσκύνημα Παναγία Σουμελά, όμως σε τοπικό επίπεδο Ποντιακοί και Μικρασιατικοί φορείς μπορούν να αναπτύξουν κοινές πρωτοβουλίες. Οι κοινές δράσεις θα ανοίξουν τον δρόμο και στη συμμετοχή Ποντιακών συλλόγων στις πανελλήνιες συναντήσεις Μικρασιατικών φορέων.
Και ίσως αυτός ο στόχος της υπέρβασης του διχασμού, να είναι ισότιμης προτεραιότητας με το αίτημα για αναγνώριση της γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής. Διότι αποτέλεσμα της διάσπασης του χώρου των Ελλήνων της καθ’ ημάς Ανατολής, είναι η απουσία μιας κοινής ατζέντας με αιτήματα που αφορούν το μέλλον του οικουμενικού Ελληνισμού.
Αναλογιζόμενοι την εμβέλεια του Ελληνισμού στις αρχές του 20ου αιώνα και συγκρίνοντας με αυτή των αρχών του 21ου αιώνα, μπορούμε να αντιληφθούμε το μέγεθος των συνεπειών της Μικρασιατικής Καταστροφής. Μέρος αυτών των συνεπειών θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν εάν ο Ελληνισμός της Ανατολής, ενωμένος θα έθετε τους στόχους και τα αιτήματα του. Όμως ένας διασπασμένος Ελληνισμός της Ανατολής, δεν είναι σε θέση να διεκδικήσει κανένα ρόλο που ν’ αντιστοιχεί στο ιστορικό του παρελθόν και το πολιτιστικό του απόθεμα.

Γρηγόρης Κεσίσογλου

Από τον "Πόντο" Μερζιφούντας στον Απόλλωνα Πόντου και την ΠΑΕ Ποντίων: Όταν οι αθλητικοί σύλλογοι γράφουν ιστορία!


Ο "Πόντος" Μερζιφούντας ιδρύθηκε από Έλληνες της πόλης, μαθητές του Κολλεγίου "Ανατόλια" το 1903. Ήταν αθλητικός, μουσικός και πολιτιστικός σύλλογος, με μεγάλη συνεισφορά στον Ελληνισμό, η οποία κορυφώθηκε με τη δολοφονία όλων σχεδόν των μελών της ποδοσφαιρικής ομάδας λόγω της εμφάνισής της. Άσπρο και μπλε όπως η Ελληνική σημαία, όπως σημείωνε το ψευτοδικαστήριο της Αμάσειας το 1921 που στήθηκε από τους Κεμαλικούς Ναζί.
 Ο  Απόλλων Πόντου ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1926, στην προσφυγική   Καλαμαριά με  τμήματα  μαντολινάτας, χορωδία (ανδρική και γυναικεία), ποδοσφαιρικό και αθλοπαιδιών, με βόλεϊ και στίβο. Παράλληλα διέθετε ομάδες εθελοντών, από νέους (κορίτσια-αγόρια), οι οποίοι μετέφεραν σε κάθε γειτονιά της Καλαμαριάς, ανά πάσα στιγμή, τρόφιμα, φάρμακα και νερό αποτελώντας κατά κάποιο τρόπο, τον φύλακα-άγγελο του τόπου. 

Το έμβλημα του Απόλλωνα σημαίνει προσφυγιά, ξεριζωμός κι ελπίδα για επιστροφή, ενώ χρώματα της ομάδας είναι το κόκκινο και το μαύρο. Το κόκκινο συμβολίζει το αίμα των χιλιάδων προσφύγων που έχασαν τη ζωή τους στον Πόντο. Το μαύρο χρώμα συμβολίζει το πένθος, το αιώνιο πένθος για το ξεριζωμό, για τις πατρίδες και για τις τόσες ζωές που χάθηκαν. 
Έτσι, από την αρχή της ίδρυσης του συλλόγου στην Καλαμαριά, καθιερώθηκε ως επίσημη αθλητική ενδυμασία του Απόλλωνα η «κοκκινόμαυρη», με παράλληλα μηνύματα για τη Γενοκτονία.
Η ΠΑΕ Ποντίων ιδρύθηκε το 1975 στο προσφυγικό Ποντιακό Θρυλόριο της Ροδόπης.  Αυτό που ξεχωρίζει  είναι η νέα εμφάνιση της ομάδας για τη σεζόν 2017-18. Πρόκειται για μια εμβληματική φανέλα, σε κιτρινόμαυρο χρώμα, γεμάτη μηνύματα και ιστορικές μνήμες για τις αλησμόνητες πατρίδες και τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, μαζί με μαύρο σορτσάκι και κάλτσες ίδιου χρώματος. Μέσω της ιστοσελίδας της ομάδας στο Facebook, παρουσιάστηκε η νέα φανέλα με το εξής σχόλιο: «Η νέα μας εμφάνιση για τη σεζόν 2017-18... Εμβληματική, ιστορική, συναισθηματική ενόψει και της συμπλήρωσης 100 χρόνων από τη δύσκολη ημερομηνία της Γενοκτονίας των προγόνων μας...».
Προσωπικώς δίνω και δημοσίως, συγχαρητήρια στους εμπνευστές των εμφανίσεων του Απόλλωνα Πόντου και της ΠΑΕ Ποντίων Ροδόπης, των ομάδων που συνεχίζουν την ιστορία των συλλόγων του Πόντου, του Ελληνισμού του Πόντου και αναδεικνύουν  το μεγάλο και ιερό ζήτημα της Γενοκτονίας.

Το πόσο σημαντικές είναι οι πρωτοβουλίες αυτές αποδεικνύεται και από την Τουρκική αντίδραση μετά τη δημοσιοποίηση των εμφανίσεων των δύο ομάδων και τη μετονομασία του Απόλλωνα, έχοντας πλέον τη λέξη ΠΟΝΤΟΣ ως προσδιορισμό........

Θεοφάνης Μαλκίδης

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Καλαμαριά : Στη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής

Στα χρόνια αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, θυμάμαι ότι στα σχολεία γινόταν διανομή γάλατος, σοκολάτας και άλλων ειδών τυριού και γλυκών από την Ολλανδία, για τα παιδιά μόνον του σχολείου. Επειδή, φαίνεται, ότι απαγορευόταν να τρώνε οι δάσκαλοι από τα είδη αυτά, μια μέρα  ο Πελοπίδας (ο δάσκαλος Πελοπίδας Χεριστανίδης) πήρε μια μεγάλη σοκολάτα και άρχισε να την τρώει μπροστά μας, για να μας δείξει, όπως είπε, πώς τρώγεται η σοκολάτα. Δηλαδή, ο άνθρωπος, για εκπαιδευτικούς μόνον λόγους αναγκάστηκε να φάει μπροστά μας τη σοκολάτα, απλώς για να μας δείξει πώς τρώγεται!
Ο Γιάννης  Βλασταρίδης (Τσανάκαλης) με άλλους Καλαμαριώτες, δεξιά ο μικρός Παναγιώτης Ασλανίδης (ο λυράρης).

Το κέντρο της Καλαμαριάς, τότε
Δίπλα στο σχολείο μας ήταν η αστυνομία, που πίσω είχε έναν κήπο. Η αστυνομία είχε περίφραγμα, το σχολείο και η εκκλησία μας δεν είχαν. Στα σκαλιά της αστυνομίας, δεξιά ήταν το μαγειρείο και αριστερά το κρατητήριο. Πιο πέρα από την αστυνομία ήσαν τα θεμέλια του Πλάτωνα, πάνω στα οποία, αργότερα, έχτισε ο γαμπρός του, ο Αμερικάνος, το σπίτι και το καφενείο του. Δίπλα στα θεμέλια, ήταν το σπίτι και το καφενείο του Σαράφη. Μετά τον Σαράφη ήταν το μοναδικό φαρμακείο, από Ντεπώ μέχρι Νέα Κρήνη. Ήταν το φαρμακείο του Λαζαρίδη. Είχε και τηλέφωνο - μεγάλη υπόθεση! - για ώρες ανάγκης.
Ακριβώς δίπλα στο φαρμακείο Λαζαρίδη, ήταν ο Τριπολίτης, με το καφενείο και το κουρείο του. Αξέχαστο το κούρεμά του! Όταν η μηχανή έφτανε στο επάνω μέρος του μαλακού εγκεφάλου, τα μάτια μας δάκρυζαν από τον πόνο. Τότε κουρεύαμε τα μαλλιά μας σύρριζα, για υγεία και καθαριότητα. Για τα παιδιά του σχολείου ήταν και υποχρεωτικό αυτό το κούρεμα.
Πιο πέρα από τον Τριπολίτη, ήταν ένα ημιυπόγειο κατασκεύασμα. Ήταν το σπίτι ενός μοναχικού γέρου, που πέρασε με το παρατσούκλι ο «Κάιζερ». Είχε έναν γιο, που ζούσε στο εξωτερικό. Μετά τον θάνατό του, ο γιος του το πούλησε το ακίνητο. Πάντως, κατά την κατοχή και στις επιδρομές των αγγλικών αεροπλάνων και τους βομβαρδισμούς, όλοι τρέχαμε στο υπόγειο του «Κάιζερ», γιατί το θεωρούσαμε ασφαλές καταφύγιο.
Μετά τον «Κάιζερ» ήταν το σπίτι του Θεόφιλου, με ένα κουρείο μπροστά. Έπειτα ένα οικόπεδο, όπου, πολύ αργότερα, έχτισαν το ακίνητό τους οι Ζαμπέτογλου, το καφενείο του Καραμανλή, το μπακάλικο του Μεντεκίδη, το μαγαζί του «Δύτη», με τους ξηρούς καρπούς και τέλος ο Τζώρτζης, απέναντι, ακριβώς, από το μπακάλικο του Φουντούκ. Αυτή ήταν η καρδιά της Καλαμαριάς. Και μέσα σε αυτήν την Καλαμαριά παίχθηκαν όλα τα έργα των παιδικών μου αναμνήσεων, με πρώτο επεισοδιακό έργο την Κατοχή.

Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην Καλαμαριά...
Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην Καλαμαριά, έτυχε να έχω πυρετό και ήμουν ξάπλα. Έτσι έχασα το πρώτο θέαμα. Εκείνο που με στεναχώρησε πολύ ήταν ότι πήραν το σχολείο μας και το γέμισαν στρωτιώτες. Έμεινα με το όνειρο να μεγαλώσω και να πάω σε εκείνο το σχολείο. Μας το πήραν οι Γερμανοί. Η αλάνα πίσω από την παράγκα μας γέμισε και αυτή με Γερμανούς στρατιώτες, που είχαν στήσει αντίσκηνα. Αυτά, αργότερα, διαλύθηκαν, αλλά τα σχολεία μας έγιναν στρατόπεδο και παρέμειναν κλειστά για μας, καθ όλη τη διάρκεια της κατοχής.
Το ίδιο συνέβηκε και στα άλλα σχολεία, της Αρετσούς και της Νέας Κρήνης. Μάλιστα, από το Κατιρλί έδιωξαν πολλές οικογένειες και τα σπίτια τους μπήκαν μέσα στο συρματόπλεγμα, για να χρησιμοποιηθούν ως στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Στην Καλαμαριά, θυμάμαι, αργότερα, που επίταξαν το ακίνητο του Ασλανίδη. Δεν ξέρω πόση ώρα έδωσαν προθεσμία. Την ίδια ημέρα άδειασαν μαγαζί και σπίτι. Ο Λεωνίδας και η Σοφία Ασλανίδη έτρεχαν και δεν προλάβαιναν.
Στρογγυλό και υψηλό συρματόπλεγμα χώρισε τα σχολεία μας από εμάς και η πρόσβαση πια ήταν αδύνατη. Η αυλή του σχολείου μας, και αυτή γεμάτη σκηνές και στρατιώτες. Μαζί με την κατοχή ήρθε και ο πρώτος χειμώνας. Ο χειμώνας της πείνας.

Γιώργος Ανδρεάδης
Συγγραφέας

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Ενοχλεί την Τουρκία η εμφάνιση της ποδοσφαιρικής ομάδας ΠΑΕ Ποντίων Ροδόπης με μηνύματα για τη Γενοκτονία !

Ενοχλεί την Τουρκία η  εμφάνιση της ποδοσφαιρικής ομάδας ΠΑΕ Ποντίων Ροδόπης με μηνύματα για τη Γενοκτονία ! 
Έχουμε αναφερθεί ξανά στην ενόχληση της Τουρκίας για το ζήτημα της Γενοκτονίας, ενόχληση που εκφράζεται και μέσω  τουρκόφωνης εφημερίδας που εκδίδεται στην Κομοτηνή! Ενοχλήθηκε για τη Γενοκτονία που την ονομάζει δήθεν (!!!!), ενοχλήθηκε και με τα μνημεία της Γενοκτονίας 

Τώρα και μετά τη δημοσίευσή μας, η οποία είχε μεγάλη απήχηση, για τη μετονομασία του Απόλλωνα Καλαμαριάς σε Απόλλωνα Πόντου, ο οποίος στη φανέλα του αντί για χορηγό θα έχει μηνύματα για τη Γενοκτονία, έρχεται πάλι η Τουρκία, πάλι μέσω  της ίδιας εφημερίδας να εκφράσει την ενόχλησή της για την ανάδειξη της Γενοκτονίας. 
Αυτή τη φορά η Τουρκία ενοχλήθηκε για τη φανέλα της ΠΑΕ Ποντίων Ροδόπης, που θα έχει μήνυμα για τη Γενοκτονία, την οποία πάλι η εφημερίδα ονομάζει δήθεν!
Το δημοσίευμα όπως μας το έστειλε η εξαιρετική ιστοσελίδα tourkikanea.gr είναι το παρακάτω :

"ΕΝΟΧΛΕΙ Η ΦΑΝΕΛΑ ΤΗΣ ΠΑΕ ΠΟΝΤΙΩΝ
ΣΤΗΝ ΣΕΖΟΝ 2017-2018 ΘΑ ΒΓΟΥΝΕ ΣΤΑ ΓΗΠΕΔΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΡΟΔΟΠΗΣ ΜΕ ΦΑΝΕΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΔΗΘΕΝ ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ
Στον νομό Ροδόπης στην ποδοσφαιρική σεζόν 2017-2018 θα εμφανιστούν στα γήπεδα με φανέλα με την δήθεν ¨Ποντιακή Γενοκτονία¨.
Η ερασιτεχνική ομάδα ΠΑΕ Ποντίων του χωριού Θρυλόριο του δήμου Κομοτηνής, στην ποδοσφαιρική σεζόν 2017-2018, στους αγώνες που θα δώσει, θα εμφανιστεί με το σύνθημα ¨ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ-ΠΑΝΤΑ ΤΙΜΩ¨  της δήθεν ¨Ποντιακής Γενοκτονίας¨.
Στα πλαίσια των εκδηλώσεων για τα 100 έτη από την δήθεν ¨Ποντιακή Γενοκτονία¨, πολλές οργανώσεις από τώρα κάνουν σημαντικές ετοιμασίες και σχέδια.
Αναφέρεται πως και  άλλες ποδοσφαιρικές ομάδες που αγωνίζονται σε άλλα μέρη της Ελλάδας θα εμφανιστούν με παρόμοιες φανέλες.

ΤΙ ΘΑ ΠΡΑΞΟΥΝ FIFA, UEFA ΚΑΙ Η ΕΠΣ ΡΟΔΟΠΗΣ ;
Τώρα όλα τα βλέμματα έχουν στραφεί στην FIFA. Διότι είναι γνωστό πως παγκοσμίως στα γήπεδα απαγορεύεται η πολιτική, ο ρατσισμός και η πρόκληση της απέναντι πλευράς. Αποτελεί θέμα ενδιαφέροντος το τι μέτρα θα λάβουν άραγε σε αυτή την κατάσταση πρώτα οι FIFA και UEFA και μετά η ΕΠΣ Ροδόπης"


http://tourkikanea.gr/2017/07/pontus-24/

Για ακόμη μία φορά εμφανίζονται επί ελληνικού εδάφους, οι γνωστές απόψεις, παρ' όλες τις αναγνωρίσεις που έχουμε πετύχει, παρόλα τα σχετικά νομικά κείμενα περί τιμωρίας των αρνητών και των αμφισβητιών. Απόψεις που αρνούνται και αμφισβητούν το μαζικό έγκλημα  και σχετίζονται με το αναμενόμενο χρέος από τους διασωθέντες, δηλαδή με  τα μνημεία, τις εκδηλώσεις, τη δράση μας και κάθε τι που  αναδεικνύει την υπόθεση της Γενοκτονίας ζητώντας την αναγνώριση από το θύτη  Τουρκία.
Κάθε αντίδραση θεσμική και μη, συλλογική και  προσωπική είναι εύλογη και  την αναμένουμε με μεγάλο ενδιαφέρον.....



Θεοφάνης  Μαλκίδης

Η συνοικία της Καλαμαριάς

Η καστροφραγμένη πολιτεία της Θεσσαλονίκης με τα ανηφορικά καλντερίμια, τους τουρκομαχαλάδες με τα καφασωτά, τις εβραιοσυνοικίες, και το χριστιανικό στοιχείο στριμωγμένο στην Καμάρα και το Προδρόμι με τις εκκλησίες του καταχωνιασμένες για να μην χτνπούν στο μάτι του Τούρκου κατακτητή, μετά τη σταδιακή διάνοιξη των ανατολικών τειχών, θα επεκταθεί προς αυτή την πλευρά μια ολόκληρη συνοικία.
Η σημερινή Βασιλίσσης Όλγας - επί τουρκοκρατίας, δηλαδή πριν από το 1912 - λεγόταν οδός Γιαλκάρ ή συνοικία της Καλαμαριάς, όπως την αναφέρει ο Κάρολος Ντηλ (σ. σ. Charles Diehl, 1859 - 1944, Γάλλος βυζαντινολόγος, συνδεμένος με τη Θεσσαλονίκη). Επικράτησε να λέγεται Συνοικία των Εξοχών ή των Πύργων. Αυτή η περιοχή έβαλε τη σφραγίδα ενός ανώτερου πολιτισμού με τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά της Μπελ Επόκ (Belle Epoque, ωραία εποχή) και της Αρτ Νουβό (Art Nouveau, σύγχρονη τέχνη). Πλούσιοι Εβραίοι, Έλληνες προύχοντες και Τούρκοι αξιωματούχοι, είναι οι κάτοικοι αυτών των αρχοντικών.

Έξω από την πόρτα της Καλαμαριά
Ήδη, ό,τι βρίσκεται γύρω από την Πύλη Καλαμαριάς και την ομώνυμη πλατεία, ονομαζόταν Συνοικία Καλαμαριάς. Έτσι, κάθε νέο κτίσαα Ίου .Ξεφυτρώνει, η τοποθεσία έξω από την πόρτα της Καλαμαριάς, με τη νέα επέκταση της πόλης προς τ ανατολικά, η αρχική της ονομασία θα προσλαμβάνει δίπλα και τον τυπικό προσδιορισμό της Καλαμαριάς.
Η περιοχή από την πλατεία της Καλαμαριάς κι αργότερα πλατεία Σιντριβανιου, η νοτιοανατολική πλευρά εκτός των τειχών, εξελίσσεται έτσι σιγά σιγά στη Συνοικία των Πύργων ή της Καλαμαριάς, που φθάνει μέχρι το Ντεπώ και λίγο παραπάνω.
Λευκός Πύργος
 ( Η περιοχή του Λευκού Πύργου βρισκόταν στα όρια της Καλαμαριάς)

Φρούριο της Καλαμαριας, ο Λευκός Πύργος.
Είναι χαρακτηριστικό  πως απο την εποχή ακόμη που ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη το 1668 και άφησε αξιόλογες μαρτυρίες γι’ αυτήν με εκείνο το γλαφυρό ύφος των Χιλίων και μιας νύχτας, στο Οδοιπορικό του ονομάζει τον Λευκό Πύργο Φρούριο και Πύργο της Καλαμαριάς και του προσδίδει τον «Έπαινο του λέοντος των φρουρίων, δηλαδή του φρουρίου της Καλαμαριάς...».
«Έχει 20 τηλεβόλα κοσμήματα του κόσμου ... Και όλα τα τηλεβόλα της Καλαμαριάς στρέφονται προς τη θάλασσα, για να προστατεύσουν τον λιμένα ... το ύψος του ερύματος (σ. σ. προφύλαγμα, οχυρό) αυτού της Καλαμαριάς από το έδαφος είναι 50 πήχεις ... (ένας τουρκικός πήχυς ή πήχης είχε περίπου 65 εκατοστά του μέτρου. Στην Ελλάδα καταργήθηκε το 1959) Η ειρκτή (σ. σ. φυλακή) της πόλης βρίσκεται μέσα στον Πύργο της Καλαμαριάς. Όλοι οι εγκληματίες - Θεός φυλάξοι! - βρίσκονται στις φυλακές αυτές...».
Και αλλού γράφει ο Εβλιγιά Τσελεμπή: «Είναι δύσκολο να βηματίσει κάποιος έξω από αυτόν τον Πύργο της Καλαμαριάς, κατά μήκος της παραλίας, γιατί το μέρος το χτυπά η θάλασσα».

Και ο Άγιος Γεώργιος (Ροτόντα) της Καλαμαριάς
Το ίδιο και ο περιηγητής Πολ Λουκάς (Paul Lukas) το 1714 ονομάζει τη Ροτόντα Ο Άγιος Γεώργιος της Καλαμαριάς, όταν αναφέρεται στην παράδοση για τον καβαλάρη, που ανάγκασε τους Τούρκους άρπαγες των κιόνων του παλαιού Αγίου Γεωργίου να τους ξαναφέρουν στη θέση τους.
Επίσης η Σχολή Καλογραιών του Αγίου Βικεντίου του Παύλου, που είχε πρωτοεγκατασταθεί στην πλατεία Καλαμαριάς (Σιντριβάνι) το 1835, πήρε τη γαλλοποιημένη ονομασία Ecole de Calamaria, γνωστή ως σήμερα ως Σχολή Καλαμαρί.

Συναγωγή της Καλαμαριάς στη σημερινή οδό Θεαγ. Χαρίση
Και στον εβραϊκό συνοικισμό, στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης, που ιδρύθηκε μετά την πυρκαγιά του 1890, η Συναγωγή των Ισραηλιτών, στην οδό Χάβρα - σημερινή Θεαγένους Χαρίση - λεγόταν Συναγωγή της Καλαμαριάς.
Επίσης, κατά την πυρκαγιά του 1917 στη Θεσσαλονίκη, οι πυροπαθείς εγκαθίστανται προσωρινώς μέσα σε σκηνές, σε επτά σημεία καταυλισμού (Τριανδρία, Λεμπέτ, κ. α.), όλα έξω από την πόλη. Ένας από τους καταυλισμούς και η Καλαμαριά σε απόσταση ενός χιλιομέτρου, ανατολικώς.
 Στο συσσίτιο της Καλαμαριάς μοιράζονταν και 1.480 μερίδες ψωμιού. Είναι, βεβαίως, πολύ μικρή η απόσταση του ενός χιλιομέτρου για να ταυτιστεί ο καταυλισμός του 1917 με τον σημερινό Δήμο Καλαμαριάς. Η απόσταση αυτή συμπίπτει εκεί προς το τέρμα της συνοικίας
Καλαμαριάς ή των Πύργων.
Λεωφόρος Νίκης,  στις αρχές του 1900. 

Η όμορφη περιοχή των Εξοχών ή της Καλαμαριάς

Έτσι ήταν από τα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, η πολυεθνική συνοικία των πλουσίων Εβραίων, Ελλήνων, Τούρκων, η μουσειακή συνοικία της Καλαμαριάς. Εμάς που τη γνωρίσαμε, μας κυριεύει γι' αυτήν μια επίμονη και μόνιμη νοσταλγία. Το θέαμα των εκατό παλατιών, με περίτεχνα σχήματα, στη σειρά, πνιγμένα με σπάνια άνθη και αναρριχητικά φυτά. Νερά που χοροπηδούν σε σιντριβάνια με χρυσόψαρα. Μικρά ρομαντικά πέτρινα μονοπάτια στους κήπους. Καναρίνια μελωδικά και ευωδιές. Αυτοκρατορικές μαρμάρινες σκάλες στην είσοδο, σιδεριές καλλιτεχνικές για φράκτες, και το οικόσημο στην αρχοντική ξυλόγλυπτη πόρτα. Και το πίσω μέρος των Πύργων - από την πλευρά της θάλασσας - να συνορεύει με τον γαλάζιο τότε Θερμαϊκό και τα καραβάκια να αρμενίζουν σχεδόν έξω από την αυλή τους. Και μπρος στον δρόμο το τραμ, και η σκαλομαρία (σε ένα σημείο, όπου ενώνονταν τα δύο οχήματα του τραμ με ένα ειδικό σίδερο, αρκετά φαρδύ, μπορούσαν να ταξιδεύουν πατώντας πάνω σε αυτό οι τζαμπατζήδες). Τα παϊτόνια, που τα έσερναν άτια γυαλιστερά, με όρθιες χέτες και γαλάζιες χάντρες στα λουριά, γύρω από τον λαιμό τους (για να μην τα ματιάζουν και για στολίδι).
Ένας παράδεισος, που μας κυνηγά και που ως σήμερα σαγηνεύει και μόνον η θύμησή του. Και ακόμη υπάρχουν ενθυμήματα από τις γραφικές εικόνες αυτού του δρόμου, που προκαλούν την ευθυμία.

Αγγελική Στεργίου
Ποιήτρια και Πεζογράφος

Καλαμαριά μου, αξέχαστη

Πραγματική δυστυχία, την περίοδο της γερμανικής κατοχής, στην Καλαμαριά, ήσαν οι πολυάριθμοι ζητιάνοι, που τριγυρνούσαν στις γειτονιές, ανάμεσα στους πεινασμένους και ζητούσαν απ’ αυτούς βοήθεια. Μετά, οι ζητιάνοι πλήθαιναν πολύ.
Ερχόντουσαν δυστυχισμένοι άνθρωποι από την περιοχή της Δράμας, κυνηγημένοι από τους Βουλγάρους, για να σωθούν.
Κατοχική ταυτότητα του Κώστα Μεντεκίδη

Μετά προστέθηκαν και φτωχοί Εβραίοι, που με το κίτρινο άστρο του Δαυίδ στο πέτο, ζητούσαν βοήθεια από τους Χριστιανούς. Για να πάει κανείς Κυριακή στην εκκλησία, έπρεπε να περάσει μέσα από διάδρομο ζητιάνων, από τη σημερινή οδό Κομνηνών, μέχρι την πόρτα της εκκλησίας. Και από τις δύο μεριές, σωριασμένοι οι ζητιάνοι καταγής, άπλωναν με κόπο το χέρι και ζητούσαν βοήθεια από τους Χριστιανούς. Και τι είχαν οι Χριστιανοί παραπάνω απ’ αυτούς;
Στο νου μου έρχεται μια μουντή μέρα του Νοέμβρη. Καθόμουν στη σειρά των νηπίων, έξω από τη ΧΕΝ. Η οδός Τραπεζούντος, δίπλα μας, αριστερά, απέχει λίγα βήματα. Ο δρόμος έρημος. Ξαφνικά εμφανίζεται μια περίπολος γερμανική. Δύο Γερμανοί στρατιώτες κρατούν ανάμεσά τους έναν νέο, μόλις 18 χρονών. Τα χέρια του νέου δεμένα. Ήταν ο αδελφός μου, ο Σωτήρης. Λίγα μέτρα πιο πίσω, βλέπω τον πατέρα μου, με σκυφτό το κεφάλι, να ακολουθεί την περίπολο. Κάποιο παιδί φώναξε εκείνη την ώρα: «Καλά του κάνανε, κλέφτης θα ήταν». Δεν είπα τίποτε, γιατί αισθάνθηκα μόνος εκείνη την ώρα.
Τον πήγαιναν στο Ντεπό, στο τμήμα Μεταγωγών, και από εκεί κρίθηκε να σταλεί στις φυλακές Γεντικουλέ. Όλη η νεολαία της Καλαμαριάς είχε, στην απόλυτη πλειοψηφία της, μπει στην Αντίσταση. Οι νέοι πλαισίωναν την ΕΠΟΝ και όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις, που υπήρχαν.
Ο πατέρας μου ήταν αυστηρά συντηρητικός και τον κατείχε φόβος μέγας για τυχόν ανάμειξη των παιδιών του στις οργανώσεις αυτές. Όλο τους συμβούλευε. Σεβόμουν τον πατέρα μου πολύ και τη γνώμη του, αλαλά η ψυχή μου ήταν σύμφωνη με την Αντίσταση. Μπορεί να ήμουν νήπιο και όμως ήξερα ότι ο αδελφός μου, ο Σωτήρης, τα βράδυα, με κίνδυνο της ζωής του, έγραφε συνθήματα στους τοίχους, μαζί με άλλους νέους της Καλαμαριάς. Έβλεπα μέσα στο σπίτι, κρυφά από τον πατέρα μου και τη μάνα μου, να γίνεται διανομή προκηρύξεων. Και όμως δεν κατέδιδα τίποτε στους γονείς μου, γιατί η ψυχή μου ήταν υπέρ της Αντίστασης και ενάντια στον κατακτητή. Και ας ήμουν μόλις πέντε χρονών.
........................................................................................................................
Η Αντίσταση φούντωνε και οι φυλακές γέμιζαν. Εξάλλου, όλη η χώρα είχε γίνει μια απέραντη φυλακή. Η αποσυμφόρηση των φυλακών γινόταν με δωροδοκίες, ή με εκτελέσεις. Οι συνεργάτες του κατακτητή βρήκαν δουλειά. Έπαιρναν ολόκληρες περιουσίες, για να σώσουν φυλακισμένους. Εάν η Αντίσταση σκότωνε κανέναν Γερμανό ή συνεργάτη του κατακτητή, τότε για αντίποινα είχαμε δύο λύσεις. Ή έπαιρναν από το Γεντικουλέ πενήντα φυλακισμένους και τους εκτελούσαν στο διπλανό Σέιχ Σου ή έκαναν μπλόκο στους ταλαιπωρημένους συνοικισμούς των προσφύγων και μάζευαν από εκεί τα θύματα.
Η ζωή δεν είχε πια αξία. Ιδίως η ζωή των προσφύγων ήταν άνευ σημασίας. Εξάλλου, οι πρόσφυγες θεωρούνταν ότι είναι το άντρο της Αντίστασης. Σε αυτό δεν έκαναν λάθος. Οι πρόσφυγες ήσαν η καρδιά της Αντίστασης και της τιμής του λαού μας και της εθνικής μας αξιοπρέπειας.

Γιώργος Ανδρεάδης
 Συγγραφέας

Μνήμες από την Καλαμαριά

Η τωρινή οδός Κομνηνών φαντάζει στη μνήμη μου σαν σκηνικό αμερικάνικου γουέστερν. Ένα σκηνικό, όπου γυρίστηκαν πολλά φιλμ, χωρίς τίποτε να έχει αλλάξει.
Στη μία γωνία της ήταν το μπακάλικο του Φουντουκίδη και απέναντι ο Τζώρτζης. Δίπλα στου Φουντουκίδη, ήταν ο φούρνος του Ταρασίδη, πιο κάτω ένα μικρό μαγαζάκι με το καφεκοπτείο ενός Αρμένη. Το πούλησε αργότερα στον Καρακασίδη, για να φύγει οικογενειακώς στην Αρμενία.
Το τσαγκαράδικο του Φιρφιρή και η καθημερινή παρέα
Δίπλα στο καφεκοπτείο ήταν ένα χασάπικο και τέλος το καφενείο του Γιάννη. Από τον τοίχο του καφενείου ξεκινούσε μια σειρά θαλάμου με πολλές οικογένειες. Ο θάλαμος αυτός έφτανε μέχρι τα μαγαζιά του Παντοφλά, του Νίκου. Μετά πάλι παράγκες. Το εργαστήρι του Σταύρου Μαβίδη, για ωρολόγια και επισκευές. Τεχνίτης ο ίδιος από το Ρίζε και το Βατούμ της Γεωργίας, είχε έρθει και αυτός με την οικογένειά του πρόσφυγας στην Καλαμαριά. Έβαζε συνέχεια στο μάτι του έναν οπτικό κύλινδρο, για να ελέγχει τις βλάβες των ωρολογίων. Τον Σταύρο Μαβίδη τίμησε η μεταξική δικτατορία με εξορία στη Φολέγανδρο.
Όλοι οι Πόντιοι νέοι ήσαν «επικίνδυνοι» εξαιτίας των προοδευτικών τους ιδεών. Έτσι τους τίμησαν με εξορίες, με εκτελέσεις και φυλακίσεις κατά τη γερμανική κατοχή και μετά, πάλι εξορίες και διώξεις, κατά τη μακρά μετεμφυλιακή περίοδο.
Δίπλα στου Μαβίδη, ήταν μια παράγκα, όπου, αργότερα, έκαμε το ζαχαροπλαστείο «Η Κυψέλη» ο «κατάσκοπος. Τον έλεγαν κατάσκοπο, αλλά ο άνθρωπος δεν είχε σχέση καμία με μυστικές υπηρεσίες ή ξένες δυνάμεις. Απλώς, συνήθιζε το απόγευμα να κάνει μια γύρα, για να δει εάν οι ανταγωνιστές του είχαν πελατεία ή όχι.. Πήγαινε μέχρι το περίπτερο της Φιλιώς, για να δει από εκεί το ζαχαροπλαστείο του Χαραλαμπίδη. Ε, αυτό έφτανε. Αμέσως του κόλλησαν το παρατσούκλι «ο κατάσκοπος».
Στην Κυψέλη είχαν ένα βαρελάκι ξύλινο, όπου με το χέρι περιέστρεφαν και έφτιαχναν παγωτό. Παγωτό πουλούσαν και περιφερόμενοι παγωτατζήδες, με οχήματα-ποδήλατα.
Μετά ήταν η παράγκα του Βουτυρά, η βρύση του Τριπολίτη, μια αλάνα και, τέλος, τα μαγαζιά του Σαμψώνογλου, τα μόνα που έμειναν όπως ήσαν. Ο γέρο Σαμψώνογλου κρατούσε το ένα μαγαζί και πουλούσε τσιμέντο, καρφιά, ασβέστη και άλλα παρόμοια. Τα άλλα δύο μαγαζιά ήσαν νοικιασμένα. Στη μέση το παπουτσάδικο του Φιρφιρή, που αργότερα έγινε το φωτογραφείο του Πέτρου Μουσικίδη και το μαγαζί του Λάζαρου. Ο Φιρφιρής εγκατέλειψε το μαγαζί αυτό και συνέχισε τις εργασίες του στην αυλή του σπιτιού του.
Είχαμε και έναν κινητό φωτογράφο, τον Χρήστο Πασαλίδη. Δεν υπάρχει, πιστεύω, Καλαμαριώτης, που να μην τον έχει φωτογραφίσει.
Μετά τον Σαμψώνογλου, ήταν πάλι αλάνα, όπου σήμερα είναι «Ο Καταναλωτής», η παράγκα του ποδήλατά και η αποθήκη του Αλέξη, που αργότερα έγινε ο θερινός κινηματογράφος «Ρεξ». Δίπλα στο «Ρεξ», ήταν ο μπαξές του Παπακωνσταντίνου και μετά, το μεγάλο δίπατο σπιτικό του Ασλανίδη. Κάτω μαγαζιά και πάνω σπίτι. Τα μαγαζιά ήσαν ένα μπακάλικο του ίδιου του Λεωνίδα και της γυναίκας του, της Σοφίας Ασλανίδη, μετά ένα κουρείο και το καφενείο του Κώτα.
Μέσα από το μπακάλικο του Ασλανίδη πέρασαν διάφοροι υπάλληλοι. Θυμάμαι τον Αλέκο Τσακαλίδη, που έγινε, μετά, μεγαλέμπορος στην ιχθυαγορά, και τον Βουτυρά τον Ηλία. Δίπλα στου Κώτα ξεκινούσαν πάλι παράγκες, με πρώτη το μανάβικο του Σιαμίδη. Το καφενείο του Κώτα άφησε εποχή, γιατί εκεί δέσποζε ο κεμεντζές και τα πρωτοπαλήκαρα, που είχαν έρθει από τον Πόντο. Είχε και γραμμόφωνο. Οι παράγκες κατηφόριζαν, μέχρι το Μάκερ, στη σημερινή οδό Πόντου.

Γιώργος Ανδρεάδης
Συγγραφέας

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Πίνακας οχυρών πόλεων - κάστρων του Πόντου

Στο 2ο Παγκόσμιο Συνέδριο του Ποντιακού Ελληνισμού (Θεσσαλονίκη, 31 Ιουλη - 7 Αυγούστου 1988), ο ομότιμος καθηγητής της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελειου Πανεπιστημιου Νίκος Μουτσόπουλος,  παρουσίασε τον ακόλουθο πίνακα οχυρών πόλεων και κάστρων του Πόντου, με την ελληνική και τουρκική τους ονομασία, την περιοχή στην οποία βρίσκονταν και το είδος του οχυρώματος:
Η Ακρόπολη της Αμάσειας

Κοτύωρα (Ορντού) το κάστρο Βόων Μποζούκ Καλέ (Bozuk Kale).

Οίναιον (Οινόη) Ούνγιε το κάστρο και τα τείχη της πόλης.

Σινώπη (Σιόπ) τείχη - οχυρή πόλη.

Φαδισάνη (Φάτσα) το Πολεμώνιον Άκρον (Bucera Kale).

Κοντά στην Κερασούντα (Γκερισούν) το Γεδίκ Καυά Καλεσί.

Γαντοπέδιον στη Ματσούκα (Μάτσκα Ντερέ) το Κιοπριάνα Κιοΐ.

Παλαιοματσούκα το Παλαιόκαστρο (Χαμψίκιοϊ καλέ).

Σορώγαινα ή Σωλόχαινα (Σορουγιάνα) κάστρο.

Τζανίχα (Κανκά), κοντά στην Αργυρούπολη, κάστρο Γκιουμούς Χανέ (Κάστρο της Αργυρούπολης), και το Κογκ Καλέ.

Κουαζί (Κοβάνς) κάστρο Κεσκίκαλε..

Κοντά στο Καρά Ντερέ το Τζαβτζαγκά Καλέ.

Σουσούρμαινα ή Σούρμαινα (Συρμένε) κάστρο.

Ρίζαιον (Ρίζε) τείχη της πόλης και ακρόπολη.

Ζιλ το Ζιλ Καλέ, ακρόπολη.

Νορ Γκιάχ κάστρο.

Ηράκλεια (Καλεσίκ) το κάστρο Αρακλί Μπουρουνού (Ακρωτήριο του Αρακλί).

Τραπεζούντα (Τραμπζόν) τείχη της πόλης και η ακρόπολη.

Νικόπολη (Πιουρκ) τα τείχη της πόλης.

Ανδράπα (Βεζίρ Κιοπρού) τα τείχη της πόλης.

Κολώνια (Σεμπίν Καραχισάρ) τα τείχη της πόλης. Σατάλια τα τείχη της πόλης.

Σεβάστεια (Σιβάς) τα τείχη της πόλης.

Αδρανουτζί (Αντρανούς) τα τείχη της πόλης.

Αθήναι Άτινα (Παζάρ) το κάστρο.

Σαυράνια (Σαουρονίσενα) το κάστρο Γκιόλ Κιοϊ.

 Λεοντόπολις - Ζαληκόν (Αλάτσαμ) το κάστρο.

Καρούσα (Γκέρτζε) το κάστρο.

Ηρακλειούπολις - Πήδαχθον (Μπετοχτούν) το κάστρο.

 Αγιος Βασίλειος (Άιβασίλ) το κάστρο κοντά στο Αιβασίλ Μπουρουνού.

Πομπηϊόπολη (Τασκ Οπρού) το κάστρο κοντά στην Κιζ Καλέ και τα τείχη της πόλης.

Ευχάιτα (Αβκάτ) τα τείχη της πόλης και το κάστρο Κίζ-καγια.

Κίσσα (Κισσά) το κάστρο.

Αψαρος = Γωνέα το κάστρο.

Ίβωρα (Τσόρουμ) το κάστρο.

Ιερόν Ακρωτήριον (Γιορός Μπουρουνού) το κάστρο.

Μίμερα (Τρικυμεια) Σαμάρα το κάστρο Ορτά Χισάρ και το Γκελίντα Καλέ.

Κορδύλη (Λιβρί Καλέ) Ακσά Καλέ (Άσπρο Κάστρο).

 Πέτρωμα (Πέτρα) Σουρμά Καλέ, Μπε Ντρεμά Καλέ.

 Τρίπολη (Τιρέμπολου), το κάστρο και τα τείχη της πόλης.

Αρητιάδα (νησάκι απέναντι από την Κερασούντα) το κάστρο.

Πουγκά Αντασί το κάστρο του Οσίου Αντωνίου.

Ζεφύριος Άκρα (Ζεφίρ) το κάστρο Μπουρουνού Κεχρινά.

Νεοκαισαρόπολις (Νεοκαισάρεια, Νικσάρ) το κάστρο.

Κασταμονή (Κασταμονού) τα τείχη της πόλης.

Αμισός (Σαμψούν) τα τείχη της πόλης.

Αμάσεια (Αμάσιγια) τα τείχη της πόλης.

Ζήλα (Ζήλε) τα τείχη της πόλης.
Τραπεζούντα

Κερασούντα (Τζιρεσούν) τα τείχη της πόλης.

Υσπιρατίς (Ισπίρ) τα τείχη της πόλης.

Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ) τα τείχη της πόλης.

Ευδοκιάδα (Τοκάτ) τα τείχη της πόλης και το κάστρο.

Καραμβίς (Φακάς) το κάστρο Τσιομπάν Καλέ και το Μετστσέτ Καλέ.

Ιωνόπολις (Ινέμπολου) το «Αβωνού τείχος Χατσιβελί (Ισκελεσί) Μπουρουνού.

Κινώπολις το κάστρο Κί-νογλου Καλέ.

Επιμέ

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Η τοποθεσία Κανίτου - Ιστορία και θρύλος

Με τα κάστρα και καστρόπυργα της Τραπεζούντας συν­δέεται και η τοποθεσία Κανίτου, κοντά στο Λεοντόκαστρο. 
Τείχη Τραπεζούντας
Αρχειο Άρη  Κυριαζή
Τα ποντιακά έντυπα, που εκδόθηκαν κατά τη δεκαετία του 1950 στην Ελλάδα, φιλοξενούσαν τακτικά δημοσιεύ­ματα που αναφέρονταν σε διάφορα τοπωνύμια του Πό­ντου. Τέτοια κείμενα δημοσιεύθηκαν αρκετά στο περιοδι­κό «Ποντιακή Εστία» της πρώτης περιόδου (1950-1963), της «Τα Καμμένα», «Ο Αληθινός», «Τ' Αρμαλού το Χαν’» κ. ά.
 Ο Οδυσσέας Λαμψίδης, με άρθρο του στο περιοδι­κό «Ποντιακά Φύλλα», τον Απρίλη του 1937, επεχείρησε να ερμηνεύσει την προέλευση του τοπωνύμιου «Κανίτου», γράφοντας τα εξής:
 «Της πρώτης εμπορικής συμβάσεως της υπογραφείσης το έτος 1319 μεταξύ του Αυτοκράτορος Τραπεζούντος Αλεξίου Β' και Βενετίας δεν ευρέθη εισέτι το Ελληνικόν κείμενον, αλλά μόνον η λατινική μετάφρασις εσώθη μέχρις ημών. Μεταξύ των πολλών άλλων προνομίων άτινα δίδονται εις της υπηκόους της Βενετίας παραχωρείται προσέτι υπό της αυτοκρατορίας και τόπος της στέγασιν των προξενικών αρχών και διαφόρων άλλων υπηρεσιών. Εν τω προσδιορισμώ της τοποθεσίας ταύτης αναφέρεται το εξής: ... ο οποίος (τόπος) ονομάζετο Κανίτου. Εκ του χω­ρίου τούτου μανθάνομεν ότι εν τη Μεσαιωνική πρωτευούση του Πόντου - Τραπεζούντα - υπήρχε τόπος καλούμενος ‘Κανίτου’».
 Ο Οδυσσέας Λαμψίδης αναφέρει στη συνέχεια ότι και ο μητροπολίτης Χρύσανθος δεν γράφει τίποτε για την τοποθεσία αυτή στο πολυσέλιδο έργο του «Η Εκκλησία Τραπεζούντος» (1936), μολονότι αναφέρει πάρα πολλά για την τοπογραφία της Τραπεζούντας. Το λατινικό «Κανίτου» πάρθηκε από το αντίστοιχο ελληνικό, που παράγεται από τη γενική του ονόματος Κανίτης, το οποίο συναντιέται στην Τραπεζούντα από τον 10ο αιώνα, της διαπιστώνεται από το γεγονός ότι τον επίσκοπο Τραπεζούντας Βασίλειο (913- 914), που τον τίμησε η Εκκλησία ως άγιο, τον κατηγόρησαν ψευδώς κάποιοι με το όνομα Κανίτες. 
Τείχη Τραπεζούντας
Αρχειο Άρη  Κυριαζή
Από αυτό το όνομα και από τα κτήματα της οικογένειας, που βρίσκονταν ανα­τολικά από την ακρόπολη των Κομνηνών - στην περιοχή του Λεοντόκαστρου — ονομάστηκε η περιοχή «τα Καννίτου» ή «Κανίτου».

Ο Καπετανίδης για τα κακουργήματα των Τούρκων

Νίκος Καπετανίδης
Διαμαρτυρόμεθα είναι ο τίτλος ενός θαρραλέου και από τα πιο χαρακτηριστικά άρθρα του Νίκου Καπετανίδη, που δημοσιεύθηκε στην 1η σελίδα του φύλλου 23 της Τρίτης 15-1-1919 της εφημερίδας του «Εποχή»:

Με καταματωμένην καρδίαν και με πόνον που μας σφίγγει την ψυχήν, με ιεράν αγανάκτησιν και απέραντον οδύνην, διαμαρτυρόμεθα δια τα ατελείωτα άγρια κακουργήματα και δια τον απέραντον ωκεανόν του αίματος, μέσα εις τον οποίον πλέει ο μαρτυρικός Ελληνισμός της περιφερείας μας.
 Δεν έφθαναν τα θύματα που εδώσαμεν τέσσερα χρόνια τώρα, η γη δεν ήπιε ακόμα τα δάκρυα που εχύσαμεν για τους θυσιαζομένους αδελφούς μας. Όχι! Επάνω στα βουνά και μέσα στα καλύβια, κοντά εις την εστία του ρωμηού χωρικού, άγριο έρχεται πάλιν το χέρι του δολοφόνου και πνίγει τον άνδρα και σφάζει την γυναίκα και κλωτσοπατά τα παιδιά.
 Διαμαρτυρόμεθα με όλην την φλόγα της πονεμένης μας ψυχής και καταγγέλλομεν εμπρός εις κάθε τίμιον, εις κάθε ισχυρόν και ελευθερωτήν.
 Διαμαρτυρόμεθα εις την Κυβέρνησιν της οποίας καμμίαν σοβαράν ενέργειαν δεν... (ακολουθούν δύο αράδες δυσανάγνωστες, λόγω καταστροφής τους) δοκιμάζωμεν την πορείαν.
Διαμαρτυρόμεθα εις όλους τους φρονίμους που μπορούν να βλέπουν το παρόν και να κρίνουν το μέλλον.
Διαμαρτυρόμεθα εις τον δυνατόν πολιτισμένον κόσμον, εις τα όργανα και τους αντιπροσώπους του.
 Και προσκαλούμεν όλους αυτούς εν ονόματι του Θεού και της δικαιοσύνης μάρτυρας του απεράντου Ελληνικού μαρτυρολογίου που και τώρα εξακολουθεί να πληθαίνη και εξακολουθεί να γιγαντώνεται.
Καίουν στο Ρίζε, αρπάζουν στα Σούρμενα, σκοτώνουν στη Ματζούκα, ξεκοιλιάζουν στη Σπέλια, ερημόνουν στη Χότζη, λεηλατούν στο Κοσμά, καταστρέφουν στα Μεσαρέας, σφάζουν στη Γαλλίανα, σφάζουν στου Τσαγγαρή, σφάζουν παντού.
ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΕΘΑ με όλην μας την ψυχήν και αναμένομεν.
Από την Ελληνικήν τέφραν εβλάστησεν πάντοτε ο ιερός γιγαντόκορμος φοίνιξ...
Ν.Κ.

Το Σάββατο 12-9-1920, το δημοσίευμα του Νίκου Καπετανίδη στη Εποχή για τις βαρβαρότητες των Τούρκων σε ολόκληρο τον Πόντο και σε συγκεκριμένες περιοχές, είναι πιο πολύ ένα σχόλιο και μια καταγγελία παρά ειδησεογραφικό. Γράφει:

Τα Σούρμενα αποτελούν και αυτά μίαν άκρην εις το μαρτυρολόγιον του Ελληνισμού του Πόντου. Έδωκαν θυσίας πολλάς. Οι ολίγοι που απέμειναν εις τον τόπον εκείνον, ύστερα από την μετανάστευση των περισσοτέρων, έχουν να κλάψουν πολλούς που έπεσαν κάτω από το δολοφονικό χέρι που τίποτε ποτέ δεν εφείσθη, για να εξάλειψη το ελληνικόν στοιχείον.
 Ο ανάλγητος αυτός θερισμός εξακολουθεί από χρόνον πολύν, και μόνον η ελπίς ότι κάτω από την τέφρα θ’αναβλαστήση πάλι ο φοίνιξ της δικαιοκρίτου ώρας, κρατεί τον υπολειπόμενον πληθυσμόν εις αυτήν την αβίωτον και πολυδάκρυτον ζωήν που καλείται ζωή μας. Ο Θεός ας βάλη το χέρι του.
 Και αν τα Σούρμενα θρηνούν σκοτωμούς και αν η Γεμουρά διαρπάζεται, τάχα καλύτερη είναι η τύχη του άλλου πληθυσμού, εδώ και αλλού, που μαστίζεται από δυνατήν φτώχειαν, που αλυσσοδένεται από περιορισμούς, που ατενίζει την κατάστασιν με το πλέον άπελπι βλέμμα;
Θλιβερωτέραν, ίσως, εικόνα δεν είδεν ο τόπος.

Ναυτικοί της Κερασούντας

Ναυτικοί της Κερασούντας της πλουσιότερης πόλης του Πόντου

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Απόλλων Πόντου!


Πόντος και Απόλλων Πόντου
Πριν πολλά χρόνια ασχολήθηκα και συνεχίζω να ασχολούμαι με τον αθλητισμό στον Πόντο μέχρι τη Γενοκτονία και την εκδίωξη, ενασχόληση από την οποία προέκυψαν τα βιβλία, εισηγήσεις σε επιστημονικά συνέδρια και ομιλίες. Ο "Ελληνικός αθλητικός σύλλογος του Ανατόλια Πόντος Μερζιφούντας, από το γήπεδο στην αγχόνη" και η μετάφραση του βιβλίου του μαθητή του κολλεγίου Ανατόλια Ε. Κουζινού, είναι δύο ενδεικτικές δημοσιεύσεις, όπως και οι ποδοσφαιρικές συναντήσεις που έγιναν σε όλο τον πλανήτη μετά, από πρότασή μου, αφιερωμένες στη μνήμη των θυμάτων της Γενοκτονίας .
Οι πληροφορίες  που επιβεβαιώθηκαν πριν πέντε  μέρες για  αλλαγή του ονόματος του Απόλλωνα Καλαμαριάς σε Απόλλωνα Πόντου, με συγκίνησε και  με χαροποίησε για πολλούς λόγους. 
Η  έγκριση από την γενική συνέλευση της νέας ανώνυμης ποδοσφαιρικής εταιρίας με ονομασία «Απόλλων Πόντου», δεν είναι μία ακόμη είδηση που αφορά ένα αθλητικό σωματείο και τους φιλάθλους του, αφού υπάρχει η δήλωση για την εμπλοκή του Συλλόγου  στα θέματα του Ποντιακού Ελληνισμού. Παράλληλα έγινε γνωστό πως οι νέες φανέλες δεν θα φιλοξενούν χορηγούς και θα είναι αφιερωμένες στην διεθνή αναγνώριση από τον OHE και την E.E. της Γενοκτονίας.    









 

Ο Απόλλωνας της Καλαμαριάς, της προσφυγιάς, των απανταχού Ποντίων, αγκαλιάζει τους πρόσφυγες αλλά και τις χιλιάδες των προγόνων που άφησε πίσω, έγινε Απόλλων Πόντου!



Θεοφάνης Μαλκίδης

Θράκη:Γενοκτονία- Προσφυγιά- Αναγέννηση

Από τo χαιρετισμό  στην εκδήλωση του  προσφυγικού σωματείου  απανταχού Κηπιωτών  Έβρου "Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος"

Οι τραγικές εξελίξεις στο Μικρασιατικό μέτωπο, η αλλαγή των προσανατολισμών και της πολιτικής έναντι των Κεμαλικών από τις Μεγάλες Δυνάμεις, είχαν σαν αποτέλεσμα να υπογραφεί η συνθήκη ανακωχής των Μουδανιών, με την οποία ο ελληνικός στρατός διατάχθηκε να εκκενώσει όχι μόνο την Ιωνία, όπου εκεί πλέον γραφόταν ο επίλογος μιας παρουσίας αιώνων, αλλά μέσα σε 15 μέρες και την Ανατολική Θράκη, εκεί όπου υπήρχαν μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις του και εύρωστο ελληνικό στοιχείο . 
Πρόσφυγες διασχίζουν τον ποταμό Έβρο

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ανέφερε σε σχετικό του τηλεγράφημα τα εξής:«Ανακοινώσατε, παρακαλώ τηλεγράφημα εις πληρεξουσίους Θράκης. Ανατολική Θράκη απωλέσθη ατυχώς δι’ Ελλάδα και επανέρχεται εις άμεσον κυριαρχίαν Τουρκίας…. Επί πλέον υποχρεούμεθα να εκκενώσωμεν από τούδε Θράκην. Ολόκληρος προσπάθειά μου στρέφεται πως χάνοντες Θράκην να σώσωμεν εν μέτρω δυνατώ Θράκας….Όσον τραγικόν και αν είνε, ανάγκη Θράκες να εγκαταλείψωσιν την γην, ην τόσων αιώνων κατοικούσιν αυτοί και πρόγονοί των, δεν υπάρχει άλλο μέσον σωτηρίας δι’ αυτούς ….».
Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1922 ο αναπληρωτής του γενικού διοικητή Θράκης Κ. Γεραγάς ανέλαβε και επίσημα να συντονίσει το έργο του ξεριζωμού του Ελληνισμού της Ανατολικής Θράκης, που αφορούσε πάνω από 200.000 Έλληνες, ενώ το στρατηγείο της στρατιάς Θράκης έφυγε από τη Ραιδεστό και εγκαταστάθηκε στην Αλεξανδρούπολη την 9/10/1922.
Μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου του 1922 είχαν εκκενωθεί ιστορικά κέντρα, η Σηλυβρία, η Ηράκλεια, η Ραιδεστός, τα Γανόχωρα, οι Σαράντα Εκκλησιές, η Αδριανούπολη. Ένα μήνα αργότερα, το Νοέμβριο του 1922, έφευγαν και οι 25.000 Έλληνες της Καλλίπολης, ενώ το ελληνικό στοιχείο της Τσατάλτζας και ένα μεγάλο ποσοστό του νομού της Κωνσταντινούπολης αναχώρησε το 1924, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από την ελληνοτουρκική συνθήκη ανταλλαγής των πληθυσμών.
Καραβάνι προσφύγων στο δρόμο για τη Ραιδεστό

Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ ανταποκριτής τότε στην περιοχή γράφει τα εξής: «Σε μια συνεχή, εξαντλητική πορεία, οι Χριστιανοί της Ανατολικής Θράκης έχουν κατακλύσει τους δρόμους που οδηγούν στη Μακεδονία…..Μόνο από την Ανατολική Θράκη πρέπει να απομακρυνθούν 250.000 χριστιανοί πρόσφυγες…. Η μεγαλύτερη ομάδα διαβαίνει του ποταμό Έβρο (Μαρίτσα) από την Αδριανούπολη και είναι μήκους 20 μιλίων. Είκοσι μίλια αραμπάδες, που τους σέρνουν αγελάδες και βόδια με λασπωμένα πόδια, ενώ δίπλα τους βαδίζουν εξαντλημένοι άνδρες, γυναίκες και παιδιά….Εγκατέλειψαν όλοι τα σπίτια τους, τα χωριά και τα χωράφια τους και προστέθηκαν στο ποτάμι των προσφύγων μόλις έμαθαν ότι έρχονται οι Τούρκοι ….Πρόκειται για πορεία προς το άγνωστο σιωπηλών ανθρώπων….».
Η απώλεια της ανατολικής Θράκης, επισφραγίστηκε με τη συνθήκη της Λωζάννης, όπου στις 30 Ιανουαρίου 1923 υπεγράφη η Ελληνοτουρκική σύμβαση και το πρωτόκολλο «περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών».
Εκεί η Κεμαλική Τουρκία ζήτησε τμήμα της δεξιάς πλευράς του Έβρου και δημοψήφισμα για τη (Δυτική) Θράκη, λαμβάνοντας τελικά το Καραγάτς, η οποία είχε ξαναπάρει το ελληνικό της όνομα Ορεστιάδα, από τον Ορέστη που λούστηκε εκεί για να εξαγνιστεί από το έγκλημα που είχε διαπράξει, μη γνωρίζοντας ότι εκεί θα σημειωθεί ένα άλλο έγκλημα!
Ο Βενιζέλος στις θέσεις της κεμαλικής ηγεσίας για το Καραγάτς θα απαντήσει ότι η ελληνική κυβέρνηση δέχεται τις τουρκικές προτάσεις και έτσι η περιοχή, το Καραγάτς και τα χωριά Μπόσνα και Δεμιρδέσι, παραδόθηκαν στην Τουρκία, γράφοντας τον επίλογο της απώλειας της ανατολικής Θράκης. 
Θα ήταν βεβαίως σημαντικό και χωρίς καμία δόση υπερβολής- ποιος μπορεί άλλωστε να το αμφισβητήσει- να αναφέρουμε ότι το επαπομείναν μέρος της Θράκης, παραμένει σήμερα στο ίδιο πεδίο εγκατάλειψης. 
Όπως συνέβη το 1922. Τότε το ένιωσαν οι πρόγονοί μου, εγκαταλείποντας την Αδριανούπολη και την Ορεστιάδα, τώρα το νιώθουμε και εμείς, ελπίζοντας και ευχόμενοι βεβαίως να μην έχουμε την ίδια τύχη με αυτούς…..



Θεοφάνης  Μαλκίδης

Η περιπέτειες ενός συγγραφέα (Παναγιώτης Ραφαηλίδης)

Ο Παναγιώτης Ραφαηλίδης, του Ραφαήλ και της Σωτήρας, γεννήθηκε στο χωριό Σταυρίν του Πόντου το 1903. Οι γονείς του ήταν φτωχοί αγρότες. Είχε μια αδερφή, κατά 4 χρόνια μικρότερή του, τη Δέσποινα. Η μητέρα τους πέθανε πολύ νωρίς, αφήνοντας ορφανά τα δυο παιδιά. Ο πατέρας του, ο Ραφαήλ, παντρεύτηκε μια κοπέλα πολύ νεότερη του, την οποία απήγαγε παρά τη θέληση της. Φυσικό ήταν, η μητριά να μην θέλει τα δυο παιδιά του και έτσι αυτά αφεθηκαν στην επιμέλεια των κοντινών συγγενών. Τα παιδικά τους χρόνια τα αδελφάκια τα πέρασαν πολύ δύσκολα, διότι ο πατέρας τους ζούσε την καινούργια του ζωή με την νεαρή γυναίκα και δεν του περίσσευε χρόνος να ασχοληθεί μαζί τους.
Σταυρίν 

Άθλια οικονομική κατάσταση
Η οικονομική κατάσταση χειροτέρευε γενικά σε όλο τον Πόντο, όπου πολλοί κάτοικοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην τσαρική Ρωσία. Έτσι, αποφάσισαν και οι γονείς του Παναγιώτη Ραφαηλίδη να πάνε στη Ρωσία το 1916. Εγκαταστάθηκαν στην πόλη Κέρτς, όπου ήταν και τα άλλα δύο αδέρφια του πατέρα του, ο Πανίκας και ο Γιωρίκας. Ο Πανίκας μάλιστα διατηρούσε και μπακάλικο, στο οποίο βρήκε δουλειά ο δεκατριάχρονος, τότε, Παναγιώτης. Στο μπακάλικο, ο θείος του είχε και άλλους υπαλλήλους, ντόπιους Ρώσους, με τους οποίους ο Παναγιώτης πολύ γρήγορα ανέπτυξε φιλικές σχέσεις, μιας και όλοι τους ήταν της ίδιας ηλικίας.
Ως εργαζόμενος πλέον ο Παναγιώτης ένιωθε πως τη ζωή του από εδώ και πέρα θα την όριζε ο ίδιος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να παρασυρθεί από κάποιες κακές παρέες και να μπλεχτεί σε μια συμμορία ληστών που δρούσε στις λαϊκές αγορές. Κάποιος από τους φίλους του, το είπε στον θειο του και αυτός αμέσως τον κάλεσε και τον ρώτησε αν αληθεύουν αυτά που άκουσε. Ο Παναγιώτης παραδέχτηκε ότι όντως είχε μπλέξει με κακές παρέες και υποσχέθηκε ότι θα διακόψει αμέσως, όπως και έγινε.

Έλληνες στρατιώτες στο Κερτς
Το 1917 ξέσπασε η Επανάσταση στη Ρωσία και ο τότε κυβερνήτης της Ελλάδας, Ελευθέριος Βενιζέλος, ως σύμμαχος της ΑΝΤΑΝΤ, έστειλε τον επόμενο χρόνο εκστρατευτικό σώμα να πολεμήσει τους μπολσεβίκους. Το στρατιωτικό σώμα αποβιβάστηκε στο Κέρτς όπου οι Πόντιοι κάτοικοι επιφύλαξαν θερμή υποδοχή στους Έλληνες στρατιώτες. Ο θείος του σαν καλός Έλληνας, θέλοντας να εκφράσει τα πατριωτικά του αισθήματα, λέει στον Παναγιώτη να καλέσει 10-15  άτομα για να τους φιλοξενήσει. Πράγματι ο Παναγιώτης πήγε στο καράβι και προσκάλεσε τους στρατιώτες που του είπε ο θείος του. Την πρόσκληση την αποδέχτηκαν με χαρά οι Έλληνες και έφτασαν την καθορισμένη ώρα. Ο Θείος του έλαμπε από χαρά και τους πρόσφερε ό,τι καλύτερο είχε στο μαγαζί του. Αφού έφαγαν και ήπιαν τα πατριωτάκια, σηκώθηκαν και έφυγαν, χωρίς καν να ευχαριστήσουν τον οικοδεσπότη για τη φιλοξενία του, πράγμα που προκάλεσε την αμηχανία του θείου του, που είπε:
-Μπράβο στους πατριώτες μας! Η λέξη ευχαριστώ μάλλον τους είναι άγνωστη!
Η αχαριστία τους πληρώθηκε από τους μπολσεβίκους, με τους οποίους συναντήθηκαν στο μέτωπο και υπέστησαν βαριά ήττα. Με πολλούς νεκρούς και τραυματίες επέστρεψαν οι φαντάροι μας, επιβιβάστηκαν στο καράβι και στη συνέχεια απέπλευσαν για την πατρίδα.

Η επανάσταση επικρατεί παντού
Η επανάσταση στη Ρωσία είχε ανάψει για τα καλά και η μια μετά την άλλη οι πόλεις έπεφταν στα χέρια των μπολσεβίκων. Στο Κέρτς είχαν συγκεντρωθεί αρκετές χιλιάδες Κοζάκοι και μονάδες του τσαρικού στρατού. Μερικοί κάτοικοι, οπαδοί των μπολσεβίκων, ενθουσιασμένοι από τις επιτυχίες του Κόκκινου Στρατού, ενα βράδυ εξεγέρθηκαν, καλώντας τους συμπολίτες στα όπλα για να απελευθερώσουν την πόλη. Η ενέργεια αυτή ήταν βεβιασμένη και έληξε καταστροφικά για τους εξεγερθέντες. Ο στρατός ήταν ισχυρός και έπνιξε στο αίμα τους επαναστάτες, που κατέφυγαν στα νεκροταφεία για να σωθούν, όπου, όμως, τους αποτελείωσαν οι Κοζάκοι.
 Ανάμεσα στους εξεγερθέντες ήταν και μερικοί γνωστοί γείτονες του Παναγιώτη, Εβραίοι, και ένας θείος του Πόντιος. Ο θείος του γλίτωσε χάρη στην βοήθεια των γονέων του Παναγιώτη. Η τσαρική αστυνομία εξαπέλυσε ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψη των εξεγερθέντων. Όσους εξεγερθέντες συλλαμβάνανε από τη μυρωδιά του κεφαλιού, τους εκτελούσαν επιτόπου, ο θείος, όμως, γλίτωσε επειδή του έπλυναν το κεφάλι και του έδωσαν καθαρά ρούχα.

Προσπάθειες για επιβίωση
Η τρομοκρατία συνεχίστηκε για αρκετά διάστημα μέχρι την κατάληψη από τους μπολσεβίκους του τελευταίου προπύργιου των τσαρικών στην Κριμαία. Ένα από τα πρώτα διατάγματα της νέας εξουσίας ήταν αυτό: Μέσα σε πέντε ημέρες, όσοι είχαν καταστήματα θα έπρεπε να πουλήσουν το εμπόρευμα τους, διότι μετά θα κρατικοποιηθούν. Ο θείος του Παναγιώτη, μαζί με τους συγγενείς, πήραν αρκετά υλικά και τα αποθήκευσαν στα σπίτια τους για ώρα ανάγκης. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας, λέει ο θείος στον Παναγιώτη να πάνε στο μαγαζί για να πάρουν κανένα τσουβάλι αλεύρι ακόμη.
Πήραν, λοιπόν, το τσουβάλι και ξεκίνησαν για το σπίτι, όταν ξαφνικά τούς σταμάτησε ένας τσεκίστας (της μυστικής ασφάλειας) και τους ρώτησε πού το πάνε το αλεύρι, αφού έληξε η προθεσμία. Μάταια προσπαθούσε ο Παναγιώτης να πείσει τον αστυνομικό να το μοιραστούν και να λήξει εδώ η υπόθεση. Αυτός ήταν ανένδοτος και τους οδήγησε στο τμήμα, το οποίο ήταν ένα διώροφο επιταγμένο κτίριο, όπου έμπαινες και αν δεν έβρισκαν τίποτε επιλήψιμο, σε άφηναν ελεύθερο, αλλιώς στο κρατητήριο. Στον επάνω όροφο ήταν το γραφείο του διοικητή και, όπως ήταν φυσικό, έπρεπε να περάσουν πρώτα από εκεί. Στην αίθουσα αναμονής υπήρχε πολύς κόσμος, που περίμενε τη σειρά του. Κάποια στιγμή, όταν άνοιξε η πόρτα του γραφείου του διοικητή, ο Παναγιώτης έριξε μια ματιά και είδε το πρόσωπο του διοικητή που του φάνηκε πολύ γνωστό. Ξανακοίταξε και τότε αναγνώρισε τον παλιό του συνάδελφο από το κατάστημα του θείου του, τον Πάβελ, με τον οποίο είχε καλές σχέσεις,

Ο δικός μας Πάβελ, διοικητής!
Ένιωσε μερική ανακούφιση και το είπε στον θείο του, που έτρεμε από τον φόβο του. Του λέει: Μη φοβάσαι, θείο, δικός μας άνθρωπος είναι ο Πάβελ. Ήρθε, επιτέλους, η σειρά και ο Παναγιώτης μπήκε μόνος του στο γραφείο, όπου μόλις τον είδε ο Πάβελ, σηκώθηκε και του λέει: Τι γίνεται, ρε παλιόφιλε, πού βρίσκεσαι; Πώς ήρθες εδώ; Του είπε: Να, μωρέ, είπαμε να πάρουμε κανένα σακί αλεύρι ακόμη. Ξεχάσαμε ότι έληξε η προθεσμία και μας συνέλαβε ο αστυνομικός. Δεν πειράζει, του απάντησε εκείνος, θα σου δώσω ένα χαρτί και θα φύγεις αμέσως, μαζί το εμπόρευμα. Ευχαριστώντας τον φίλο του ο Παναγιώτης βγήκε από το γραφείο χαρούμενος και έκανε νόημα στο θείο του να φύγουν. Κατεβαίνοντας τις σκάλες και δείχνοντας την άδεια, ο φρουρός τους λέει πως εδώ γράφει μόνο για ένα άτομο. Μισό λεπτά, του λέει ο Παναγιώτης, κάποιο λάθος έγινε και ανέβηκε ξανά στο γραφείο του φίλου του και του λέει: Ξέρεις, μαζί μου είνα ο πατέρας μου και δεν τον αφήνουν να περάσει. Αμέσως ο Πάβελ στο ίδιο χαρτί έγραψε για δυο άτομα και έτσι έφυγαν για το σπίτι.

Παράνομος φούρνος και συλλήψεις
Η οικονομική κατάσταση κάθε μέρα χειροτέρευε και οι αρχές δεν είχαν να προτείνουν καμία εναλλακτική λύση. Η πείνα θέριζε, κάθε μέρα εκατοντάδες άτομα πέθαιναν και οι υπάλληλοι του δήμου δεν προλάβαιναν να τους θάψουν. Οι άνθρωποι, σε απόγνωση, για ένα κομμάτι ψωμί πουλούσαν ό,τι πολύτιμο είχαν. Πολλοί πρώην τσαρικοί αξιωματικοί πέρασαν στην παρανομία και τις νύχτες προκαλούσαν δολιοφθορές. Φυσικά τους γνώριζαν, όπως και ο Παναγιώτης, αλλά δεν τολμούσαν να τους καταγγείλουν, γιατί θα τους εξαφάνιζαν. Πάνω σε αυτήν την κατάσταση, οι γονείς του Παναγιώτη έφτιαξαν ένα φούρνο και πουλούσαν παράνομα ψωμί, φυσικά με σκοπό το κέρδος.
Έλα, όμως, που ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη, αγαπάει και τον νοικοκύρη. 'Οπου μια μέρα ένας τσεκίστας, με την καλή όσφρησή του, έφτασε μέχρι τα ίχνη και τους έπιασε στα πράσα. Τους πρότεινε να τον ακολουθήσουνε στο τμήμα. Καθ’ όλη τη διαδρομή, ο Παναγιώτης προσπαθούσε να τον πείσει να μην πάνε στο τμήμα, α)λά να τα βρούνε. Κάποια στιγμή ο αστυνομικός λύγισε και συμφώνησε να τους αφήσει να συνεχίσουν το έργο τους, με αντάλλαγμα το καθημερινό καρβέλι ψωμιού.
Η κυβέρνηση απεύθυνε έκκληση στους εργαζόμενους να ανοίξουν τα εργοστάσια και να πιάσουν δουλειά. Έτσι, ο Παναγιώτης και ο πατέρας του δήλωσαν αρτεργάτες και αμέσως έπιασαν δουλειά σε κρατικούς φούρνους. Ο μισθός, φυσικά, δεν ήταν μεγάλος, αλλά αν υπολογιστεί και το καρβέλι ψωμί ανά άτομο που τους έδιναν, σε καθημερινή βάση, τότε μπορεί να το θεωρηθεί σημαντικό.
Έφτασε το 1922, έξι χρόνια μετά την άφιξη της οικογένειας Ραφαηλίδη στη Ρωσία,και υπολόγιζαν αν δικαιώθηκε ο πόθος τους να γλιτώσουν από τη φτώχια, τη μιζέρια. Σκέφτηκαν ότι μάλλον θα πρέπει να αναζητήσουν καινούργια πατρίδα, και αυτή θα ήταν, μάλλον, η Ελλάδα. Συνεννοήθηκαν αρκετές οικογένειες και έστειλαν κάποιο άτομο στη Μόσχα να τους κάνει τα χαρτιά για την καινούργια τους πατρίδα. Ναύλωσαν ελληνικό καράβι και ξεκίνησαν για την Ελλάδα. Στη διάρκεια του ταξιδιού, όμως, ξέσπασε στο βαπόρι χολέρα και πολλοί ταξιδιώτες πέθαναν χωρίς να τους παρασχεθεί καμία ιατρική βοήθεια. Ο καπετάνιος ζήτησε τη σύσταση ομάδας νεαρών που θα βοηθούσαν  στη μεταφορά των νεκρών στον καυστήρα, γιατί δεν επιτρεπόταν να τους ριξουν στη θάλασσα. Στην ομάδα των εθελοντών από 10 νεαρούς συμμετείχε και ο Παναγιώτης.
Μετά από περιπετειώδες ταξίδι μερικών ημερών, έφτασαν, επιτέλους, στην πατρίδα, που δυστυχώς δεν τους επέτρεπε να κατέβουν από το καράβι, λόγω της χολέρας. Τελικά τους αποβίβασαν σε κάποιο ξερονήσι, για να πεθάνουν όσοι προσβλήθηκαν από τη χολέρα και μετά από ένα μήνα ήρθαν Γάλλοι γιατροί και τους μετέφεραν στο Λαύριο και από εκεί στον Πειραιά.

Στον δρόμο για τη Θεσσαλονίκη
Εκεί, ο Παναγιώτης Ραφαηλίδης αποχωρίστηκε τη Δέσποινα, την αδερφή του, αφού προηγουμένως του υποσχέθηκε ο θείος του, ο Νικολαϊδης, ο γιατρός, ότι θα την προσέχει. Ο ίδιος πήρε το δρόμο για τη Θεσσαλονίκη. Με μια ελιά στο στόμα ταξίδευε με καράβι ως τη συμπρωτεύουσα, αναζητώντας εργασία. Στη Θεσσαλονίκη το κέντρο υποδοχής προσφύγων βρισκόταν στην Καλαμαριά, ένα πραγματικό γκέτο, όπου στοιβάζανε όλους τους πρόσφυγες Ποντίους υπό άθλιες συνθήκες..
Μία μέρα ήρθαν αστυνομικοί στον καταυλισμό τους και ρώτησαν αν υπάρχουν μεταξύ τους αρτεργάτες. «Τους θέλουμε για μερικές ημέρες», τους είπαν. Αμέσως πετάχτηκαν πέντε-έξι άτομα, μεταξύ των οποίων και ο Παναγιώτης. Ακολούθησαν τους αστυνομικούς και έπιασαν δουλειά αμέσως. Δεν πρόλαβαν καλά να δουλέψουν και έφτασε επιτόπου ο πρόεδρος του Σωματείου Αρτοποιών με πολύ άγριες διαθέσεις και απειλές σε βάρος τους. Ο Παναγιώτης τον ρώτησε «Γιατί μας βρίζεις; Εμείς είμαστε πρόσφυγες και έχουμε ανάγκη από δουλειά». Τότε μαλάκωσε και τους είπε: «Μόλις λήξει η απεργία, ελάτε στο Εργατικό Κέντρο, για να σας τακτοποιήσω». Όλα έγιναν όπως υποσχέθηκε ο πρόεδρος, αλλά ο Παναγιώτης στάθηκε άτυχος, γιατί αρρώστησε από ελονοσία και έχασε την ευκαιρία για δουλειά.
Μόλις ανάρρωσε, πήρε τους δρόμους και τα μονοπάτια προς αναζήτηση της πολυπόθητης εργασίας, χωρίς δεκάρα στην τσέπη του.

Τσομπάνος και γαμπρός στο Βόιο
Έφτασε με τα πόδια στην περιοχή Βοΐου Κοζάνης, πότε νηστικός, πότε τρώγοντας άγρια φρούτα του δάσους. Κάποια στιγμή, πάνω στην απελπισία του τού ήρθε η ιδέα να κάνει τον λιπόθυμο και έπεσε πάνω στον δρόμο, από όπου περνούσαν οι αγρότες, πηγαίνοντας στο παζάρι, στο Τσοτύλι. Οι περισσότεροι τον προσπερνούσαν αδιάφοροι και μόνον ένας ιερέας, μόλις τον είδε, σταμάτησε τον αραμπά και κατέβηκε να δει τι του συνέβη. Τον ρώτησε τι έπαθε και αυτός απάντησε πως δεν νιώθει καλά. Τον πήρε επάνω στο κάρο και του υποσχέθηκε να τον ταχτοποιήσει από δουλειά, αφού του έδωσε πρώτα να φάει τυρί και ψωμί. Μετά το παζάρι, πήγε ο παπάς στον τσέλιγκα του χωριού και τον παρακάλεσε να πάρει τον Παναγιώτη για τσομπάνο.
Ο τσέλιγκας δέχτηκε και έτσι ο Παναγιώτης τακτοποιήθηκε. Βέβαια, από το επάγγελμα του τσομπάνου ιδέα δεν είχε, όμως γι αυτό φρόντισε το αφεντικό που του πρότεινε τον πρώτο καιρό να τον συνοδεύσει η κόρη του, συνομήλικη του Παναγιώτη. Τον πρώτο καιρό ο Παναγιώτης έβλεπε το καινούργιο επάγγελμα του διασκεδαστικό, αλλά σύντομα το βαρέθηκε και δεν σκόπευε να μείνει σε αυτό.
Πέρασε κάποιο διάστημα και το αφεντικό του λέει: «Παναγιώτη παιδί μου, είσαι αρκετό καιρό μαζί μας, σε συνηθίσαμε και σε έχουμε σαν παιδί μας και μετά ο κόσμος εδώ άρχισε το κουτσομπολιό, για αυτά αποφασίσαμε να σας παντρέψουμε με την κόρη μου. Εσύ τι γνώμη έχεις για αυτό;».

Απόδραση από τη στάνη
Στον καημένο τον Παναγιώτη, η είδηση αυτή έπεσε σαν κεραυνός στο κεφάλι. Τα είχε χαμένα. Μπορούσε, όμως, να πει όχι; Συμφώνησε, όχι από καρδιάς, και σκεφτόταν τι να κάνει. Ο τσέλιγκας άρχισε τις προετοιμασίες και η ημερομηνία του γάμου είχε καθοριστεί με κάποιες λεπτομέρειες που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Όσο περνούσε ο καιρός και λιγόστευε ο χρόνος, τόσο σκεφτόταν να δώσει ένα τέλος. Ποιο θα ήταν αυτό; Να δραπετεύσει! Περίμενε να νυχτώσει και κατά τις τρεις τα μεσάνυχτα έφυγε από το παράθυρο αθόρυβα και εξαφανίστηκε όσο πιο μακριά μπορούσε. Κρύφτηκε σε δασώδη περιοχή, ανέβηκε σε ενα δέντρο και παρακολουθούσε την άλλη μέρα τους συγγενείς του τσέλιγκα που τον έψαχναν παντού.
Με το σούρουπο, απομακρύνθηκε ακόμη περισσότερο από την περιοχή και έτσι ένιωθε ασφαλής. Συνέχισε με τα πόδια την πορεία του προς την Ήπειρο και έφτασε μέχρι την Πάργα. Τώρα πλέον βάδιζε άφοβα και έψαχνε να βρει κάπου για δουλειά και στέγη. Τελικά δεν άργησε. Τον βρήκε μια χήρα και τον περιμάζεψε. Η χήρα είχε και αυτή μια κόρη της παντρειάς, οπότε θεώρησε ότι της ήρθε λαχείο ο γαμπρός. Τον είχε στο σπίτι, του βρήκε δουλειά και παράλληλα προετοίμαζε το γάμο. Όλα ήταν έτοιμα, όταν ξαφνικά βρήκε κάποια γνωστή του που του είπε ότι η αδελφή του είναι άρρωστη και ότι επειγόντως πρέπει να φύγει. Προέκυψε πάλι το ίδιο σκηνικό, δηλαδή, δίχως να το σκεφτεί, έφυγε τη νύχτα, αφήνοντας τη νύφη να τον περιμένει!

Λήσταρχος  Γιαγκούλας
Στη χωροφυλακή εναντίον του Γιαγκούλα
Έμαθε από κάποιες εφημερίδες ότι η κυβέρνηση καλούσε στην αστυνομία άτομα αγύμναστα για την αντιμετώπιση του αρχιλήσταρχου Γιαγκούλα. Δίχως δισταγμό πήγε στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα, έκανε αίτηση και αμέσως έγινε δεκτή. Η πρόσληψη έγινε γρήγορα κατετάγη στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής Χασίων. Το πρώτο που τους δίδαξαν ήταν να αναγνωρίσουν το ληστή, όπου εμφανιζόταν μεταμφιεσμένος. Για το σκοπό αυτό έδωσαν στους αστυνομικούς φωτογραφίες του ληστή. Επίσης, τους υποχρέωσαν να υπογράψουν όρκο ότι ζωντανά ή νεκρό θα τον μεταφέρουν στο τμήμα.
Άρχισαν να περιπολούν από το ένα τμήμα στο άλλο, πεζοί, μέσα από κακοτράχαλα μονοπάτια. Έχοντας μαζί τους πάντα τις φωτογραφίες και τα μάτια δεκατέσσερα, συνέχιζαν έτσι αρκετό καιρό. Μια μέρα έκανε πολλή ζέστη και ο Παναγιώτης λέει στο συνάδελφο του όταν περνούσαν μέσα από κάποιο δασάκι: «Δεν καθόμαστε να ξεκουραστούμε;». Έβαλαν τα όπλα τους κάτω από ένα πεύκο και ξάπλωσαν λιγάκι για να ξεκουραστούν, αλλά αποκοιμήθηκαν. Ξαφνικά, εκεί που τους πήρε ο ύπνος, ένιωσαν κάτι να τους πιέζει το στήθος. Ήταν ο Γιαγκούλας με το πρωτοπαλίκαρό του. Μόλις άνοιξε τα μάτια του ο Παναγιώτης, αμέσως αναγνώρισε τον ληστή που του έλεγε άγρια: «Σκυλιά, μπασκίνες, εμένα ψάχνετε; Ορίστε, πιάστε με!». Ο Παναγιώτης εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε τον όρκο που υπέγραψε, άλλα βλέποντας επάνω έναν εύσωμο γεροδεμένο άντρα με το χέρι στη σκανδάλη, έτοιμος να του φυτέψει μια σφαίρα, θεώρησε κάθε αντίσταση μάταιη.

Συγκινεί τον λήσταρχο!
Γι' αυτό άρχισε να του μιλάει συναισθηματικά και να τον εκλιπαρεί να μην τους πειράξει. Του λέει: «Καπετάνιε, εμείς είμαστε πρόσφυγες από τη Ρωσία και ήρθαμε στην αστυνομία για ένα κομμάτι ψωμί». Το κόλπο έπιασε και αμέσως κατέβασε το όπλο από πάνω του, το ίδιο έκανε και ο σύντροφός του, οπότε η συζήτηση πήρε άλλη τροπή. Στο τέλος τους είπε: «Βλέπω ότι εσείς είστε καλά παιδιά. Το μόνο που θέλω, να μην πειράξετε τους κατοίκους της περιοχής. Κρίμα που δεν έχω επάνω μου καμιά λίρα ...» και ξεκίνησε να φύγει. Ο Παναγιώτης είδε ότι τα όπλα τους δεν είχαν το κινητό ουραίο και του φώναξε; «Καπετάνιε, σε παρακαλούμε, ρίξε μας τα κινητά ουραία, γιατί δίχως αυτά θα μας τιμωρήσουν». Ο ληστής ανταποκρίθηκε θετικά και τα πέταξε.
Αυτό που απέμεινε ήταν να κουκουλώσουν την υπόθεση και να μην μάθει τίποτε ο διοικητής του τμήματος.
Συμφώνησαν να ξεχαστεί το συμβάν και να συνεχίσουν κανονικά τις περιπολίες. Ο συνάδελφός του, κάποια στιγμή, που ήταν μεθυσμένος, το ομολόγησε σε κάποιον άλλον συνάδελφο και αυτός στον διοικητή, που, μετά την επιστροφή από περιπολία, τους είπε: «Είστε υπό κράτηση!». Αμέσως κατάλαβε ο Παναγιώτης τι έγινε.
Μέσα στο κρατητήριο, ρώτησε τον συνάδελφό του, γιατί το έκανε και αυτός του είπε, «ήπια αρκετά, συγνώμη, και τα ξέρασα». Την επομένη μέρα τους κάλεσε ο διοικητής και τους ανακοίνωσε την απόταξή τους από το σώμα, με τα εξής λόγια: «Έχετε χάρη που δεν είστε ακόμη κανονικοί Έλληνες, αλλιώς θα περνούσατε από στρατοδικείο ως επίορκοι».
Αφήνοντάς τους τη στολή, χωρίς διακριτικά, και μια κουβέρτα, τους έστειλε στα σπίτια τους. Τι ειρωνεία της τύχης! Και εδώ απέτυχε ο Παναγιώτης, γιατί, φαίνεται, δεν είχε πάρει αρκετά μαθήματα από τη ζωή στον ελληνικό παράδεισο!
Οικογενειακή φωτογραφία Π. Ραφαηλίδη
Στο δρόμο για την Πτολεμαΐδα
 Δεν είχε πού να πάει. Τότε θυμήθηκε το θείο του, που εγκαταστάθηκε στο χωριό Προάστιο Πτολεμαΐδας και πήγε κατευθείαν σε αυτόν για βοήθεια. Ο θείος του, πρόθυμος, δέχτηκε, προτείνοντάς του να παντρευτεί μια προσφυγοπούλα, τη Σοφία Παπαδοπούλου, εγγονή του γνωστού δικηγόρου της Τραπεζούντας Ιωάννη Τσακιρίδη. Ο Παναγιώτης δέχτηκε και το 1925 παντρεύτηκε τη Σοφία και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο χωριό Άγιος Χριστόφορος Πτολεμαϊδας.
Με τη Σοφία απέκτησαν δέκα παιδιά, από τα οποία σήμερα ζούνε μόνον τέσσερα. Δεν άρεσε στον Παναγιώτη το επάγγελμα του γεωργού, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς, διότι πίσω του είχε πολυμελή οικογένεια. Καλλιεργούσε, λοιπόν: σιτάρια, καλαμπόκι και καπνά. Με τα πενιχρά μέσα που διέθετε, ίσα-ίσα που τα έβγαζε πέρα. Οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης και η εκμετάλλευση των αγροτών από πλευράς εμπόρων, οδήγησαν τον Παναγιώτη το 1928 στις τάξεις του ΚΚΕ.

Η πατριωτική του δράση
Έκτοτε γίνεται ένας δραστήριος επαναστάτης, αφιερώνοντας όλη τη ζωή του στην πάλη για μια καλύτερη κοινωνία. Αρχικά σαν απλό μέλος του κόμματος και έπειτα ως στέλεχος στην περιοχή των Καϊλαρίων. Την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας δεν συνελήφθηκε από την αστυνομία από λάθος του γραμματέα της οργάνωσης του χωριού, που δεν τον είχε στον κατάλογο με τα ονόματα που παρέδωσε στον χαφιέ του Μανιαδάκη.
 Δεν πήρε μέρος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο ως πολύτεκνος, βοηθούσε τις οικογένειες των συμμετεχόντων στη συγκομιδή και σε αγροτικές εργασίες. Έγραψε, μάλιστα, μια επιστολή, συνοδευόμενη από ένα σκίτσο πατριωτικού περιεχομένου στα στρατευμένα παιδιά, που διαβάστηκε μπροστά στον λόχο και καταχειροκροτήθηκε από τους παρευρισκόμενους.
 Ο διοικητής του έστειλε ευχαριστήρια επιστολή για τα πατριωτικά λόγια που εμψύχωναν τους μαχητές του. Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση 1941-44 από τους πρώτους στην περιοχή Πτολεμαϊδας. Το μεγαλύτερο κατόρθωμα του ήταν η επιτυχημένη επιχείρηση εκκένωσης μιας αποθήκης 300 τεμαχίων κεφαλοτυριού, στην Πτολεμαΐδα το 1943 μπροστά στα μάτια του σκοπού που πλήρωσε την απροσεξία του με τη ζωή του. Τα τυριά αυτά δεν ήταν γερμανικά, αλλά κατασχεμένα από Έλληνες κτηνοτρόφους βιαίως. Χρησιμοποιήθηκαν για τις ανάγκες του ΕΛΑΣ (Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός).

Καταζητούμενος από παρακρατικούς
Το σπίτι του είχε μετατραπεί σε κέντρο παράνομων στελεχών του ΕΑΜ και του κόμματος, παρότι η οικογένεια του αριθμούσε τα 8 μέλη και πολλές φορές δεν σιτίζονταν όλοι. Πήρε μέρος και σε επικίνδυνες αποστολές, απελευθέρωση κρατουμένων από τους Γερμανούς. Πήρε μέρος και σε μάχες με κατακτητές και ντόπιους συνεργάτες τους, που έδωσε ο ΕΛΑΣ, στη Λιβερά, στο Χαϊταρλί, στην Παναγίτσα.
 Μετά την απελευθέρωση τοποθετήθηκε γραμματέας περιφερειακής οργάνωσης του ΚΚΕ, με έδρα το Εμπόριο, μέχρι τέλη του 1945. Καταζητείτο από παρακρατικές οργανώσεις μετά τα Δεκεμβριανά και πέρασε στην παρανομία. Το 1946 παραδόθηκε στην εισαγγελία Κοζάνης και αθωώθηκε λόγω μη ύπαρξης επιβαρυντικών στοιχείων σε βάρος του. Επέστρεψε στο χωριό του για να συνεχίσει το έργο του στο πολιτικό επίπεδο, οι συνθήκες όμως ήταν τραγικές, διότι στην ύπαιθρο δρούσαν ομάδες ταγματασφαλιτών και συνεργατών των Γερμανών και των Άγγλων. Η τρομοκρατία είχε εξαπλωθεί σε όλη τη χώρα: οι συλλήψεις, οι δολοφονίες και οι βιασμοί γυναικών, όσων συμμετείχαν στην Αντίσταση, με την ανοχή του κράτους, ήταν καθημερινό φαινόμενο.

Τρομοκρατία στα χωριά τις Πτολεμαϊδας
Μέσα σε αυτό το κλίμα ήταν αδύνατο να κυκλοφορεί κανείς με ασφάλεια και εδώ αναφέρουμε ένα περιστατικό. Αρχές του 1946, η οικογένεια του Παναγιώτη Ραφαηλίδη βρισκόταν σε πολύ κακή κατάσταση και αναγκάστηκε εκείνος να κάνει τον τσαγκάρη, περιοδεύοντας στα γύρω χωριά. Κάποια μέρα που είχε πάει για δουλειά στο διπλανό χωριό, το Καρυοχώρι, στην πλατεία είχαν μαζευτεί 10-15 άτομα και συζητούσαν. Ξαφνικά φτάνει ένα τζιπ με πέντε παρακρατικούς. Αμέσως πετάχτηκε ένας νεαρός 17-18 ετών και λέει: Εσείς, τι κάνετε εδώ: Τίποτε του απαντουν και δίχως να πάρει άλλη απάντηση, απευθυνόμενος στον Παναγιώτη, του λέει: Εσύ, είσαι ο περιβόητος Πάντζος; Ο Παναγιώτης σηκώθηκε και του λέει; Τι θέλεις, κύριε: Είμαι ελεύθερος, ορίστε τα χαρτιά μου. Κοιτάζοντας προς το τζιπ, είδε έναν χαφιέ χωριανό του και κατάλαβε από πού ήξερε ο νεαρός το όνομά του. Εκείνη τη στιγμή πετάχτηκε ένας σιδεράς, γεροδεμένος, ο Γκοτσά Παύλον, και λέει στον νεαρό: Πάρε την παρέα σου και φύγετε από εδώ. Εκείνοι, έβγαλαν και οι πέντε τα όπλα τους και τα έστρεψαν εναντίον των χωρικών. Ο Παναγιώτης, για να αποφύγει την αιματοχυσία, είπε, καλά ρε παιδιά, φεύγω, δεν έγινε και τίποτε. Και αποχώρησε.
Η κατάσταση καθημερινά χειροτέρευε και είχε φτάσει στο απροχώρητο, ώσπου αποφάσισε να βγει ξανά στο βουνό, για να συνεχίσει το έργο που άφησε ατελείωτο στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Αρχικά υπηρέτησε στην περιοχή Βερμίου, μέχρι το 1947 και μετά στο όρος Καϊμακτσαλαν, εως το 1948.

Άρρωστος περνά στη Γιουγκοσλαβία
Την ίδια χρονιά, λόγω αρρώστιας, πέρασε αρχικά για θεραπεία, στη Γιουγκοσλαβία, μετά στη Βουλγαρία και κατόπιν στη Ρουμανία. Το ταξίδι αυτό διήρκησε περίπου δύο μήνες και μετά επέστρεψε στο όρος Βίτσι, όπου παρέμεινε μέχρι τον Αύγουστο του 1949. Η τρίχρονη θητεία του στο ΔΣΕ ήταν γεμάτη περιπέτειες και πρέπει να σημειωθεί ότι ήταν τυχερός που επέζησε ύστερα από τόσες μάχες, χωρίς καμία γρατσουνιά. Φαντάρος δεν υπηρέτησε ποτέ, την τέχνη του πολέμου την κατείχε πολύ καλά, δίνοντας μάλιστα μαθήματα σε συμπολεμιστές του. Στον πόλεμο ήταν πάντα μπροστά και δεν φοβόταν ακόμα και όταν πήγαινε στις πιο επικίνδυνες αποστολές. Μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία. Στα Σκόπια συνάντησε τυχαία την οικογένεια του, δίχως τις δυο κόρες του, που είχαν πάει στην Αλβανία.

Όλη η οικογένεια μαζί μετά από καιρό
Ο υποφαινόμενος, τότε 15 ετών παιδί που ήμουν, ένιωσα μεγάλη χαρά, γιατί επιτέλους βρήκα τον πατέρα μου και η οικογένειά μας απέκτησε τον πραγματικό της προστάτη. Με τρένο, μας μετέφεραν κοντά στα σύνορα της Ρουμανίας, σε ένα μεγάλο ερημικό αγρόκτημα και τις έβαλαν σε μια σιταποθήκη, στρωμένη κάτω με άχυρα και πάνω καναβάτσο. Γύρω από το στρατόπεδο δεν υπήρχαν οικισμοί παρά μόνον λαχανόκηποι και οπωροφόρα δέντρα.
Την πρώτη βραδιά δραπέτευσαν στη Ρουμανία περίπου 200 νέοι μαχητές του ΔΣΕ και τη δεύτερη άλλοι 150. Το περίεργο είναι ότι κανείς από τις αρχές δεν τους αναζήτησε, γιαυτό υποθέτω πώς ήταν στημένη από τις αρχές η απόδραση, με τη λογική: Ας φύγουν όσοι δεν επιθυμούν τη χώρα μας και οι υπόλοιποι πιθανόν να προτιμούν τη Γιουγκοσλαβία.
Πέρασαν οι ημέρες και εμφανίστηκε ένας Σέρβος αξιωματικός που μιλούσε καλά ελληνικά. Αφού τους μάζεψε, είπε τα εξής: Ακουστε, σύντροφοι. 'Οσοι θέλουν να μείνουν στη χώρα μου, να περάσουν από δεξιά μου και οι άλλοι που θέλουν να πάνε σε άλλες λαϊκές δημοκρατίες, από αριστερά. Τόνισε, ιδιαίτερα, ότι όσοι θα μείνουν στη χώρα μας, τους παρέχουμε στέγη και δουλειά. Καλούνται να δηλώσουν την πόλη της αρεσκείας τους μέσα στη Σερβία. Μοιράστηκαν, λοιπόν, οι συμπατριώτες μας σε δύο στρατόπεδα: Αυτοί που θα έμεναν στη Σερβία και οι άλλοι για τις λαϊκές δημοκρατίες.

Αρκετοί δήλωσαν αγρότες
Ο συγγραφέας Παναγιώτης Ραφαηλίδης, επειδή είχε πάει σε κάποιες από αυτές, προτίμησε να μείνει στη Σερβία μαζί με αρκετούς άλλους, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν λιποτάκτες από το ΔΣΕ, μερικοί αιχμάλωτοι ή επιστρατευμένοι. Δήλωσε την πόλη Πάντσεβο, που απείχε 15 χμ από το Βελιγράδι.
Το βράδυ ήρθαν τα καμιόνια και μας πήραν για τον προορισμό μας. Τα ξημερώματα φτάσαμε στο Πάντσεβο, όπου μας πήγαν σε ένα εργοστάσιο ( καναβουργείο) και εκεί μας κατέβασαν. Το πρωί, μας έφεραν πρωινό και μετά ήρθαν οι αρμόδιοι να μας ρωτήσουν για τα επαγγέλματα που κάναμε στην πατρίδα. Οι περισσότεροι δήλωσαν αγρότες. Τότε είπαν ότι το εργοστάσιο έχει ένα αγρόκτημα, σε απόσταση 30 χιλιομέτρων έξω από το Πάντσεβο. Όποιος επιθυμεί, μπορούμε να τον στείλουμε εκεί να εργαστεί, και αν δεν του αρέσει, μπορεί να επιστρέφει στο εργοστάσιο.
Αμέσως ο Παναγιώτης δήλωσε πως προτιμάει το αγρόκτημα. Μας ακολούθησαν άλλοι δέκα συμπατριώτες μας. Το μεσημέρι ήρθαν και μας πήραν τα καμιόνια και σε μισή ώρα φτάσαμε στο αγρόκτημα. Εκεί μας περίμενε ο πρόεδρος, ο Ντανίλο, παλιός παρτιζάνος και ο γραμματέας, ένας νεαρός Μαυροβούνιος. Αυτοί μας ταχτοποίησαν σε δωμάτια άδεια που υπήρχαν στο αγρόκτημα.
Οικογενειακή φωτογραφία του Π. Ραφαηλίδη
Αγροφύλακας έξω από το Πάντσεβο
Τον Παναγιώτη τον έβαλαν αγροφύλακα, εμένα τη μάνα μου και τους υπόλοιπους συντρόφους μας, εργάτες στη συγκομιδή λαχανικών. Το αγρόκτημα αυτό αποτελείτο από τρεις οικισμούς, από τρία έως πέντε σπίτια ο καθένας. Κατοικούσαν εκεί, στην πλειοψηφία τους, ντόπιοι Γερμανοί, που τότε τους άφησαν ελευθέρους από τα στρατόπεδα, διότι συνεργάστηκαν με τους ναζί. Οι αρχές, καλού - κακού, τοποθέτησαν και δυο σλαβόφωνους χαφιέδες, παντρεμένους με Ουγγαρέζες, να μας παρακολουθούν, άγνωστο, φυσικά, για ποιο λόγο.
Αρχίσαμε τη δουλειά στα χωράφια, δίπλα στους Γερμαναράδες, που μας κοίταζαν παράξενα. Το γιατί, μας το είπαν αργότερα. Δουλέψαμε την πρώτη μέρα χωρίς διάλειμμα, ενώ οι Γερμανοί κάθισαν το μεσημέρι για φαί και ξεκούραση. Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια και τότε μας πλησίασε ένας από αυτούς και μας είπε, μην είστε χαζοί, δικαιούστε 1 ώρα για φαγητό τη μέρα. Έκτοτε συμμορφωθήκαμε και κάναμε το ίδιο.

Δεν ήταν άγριοι όπως τους παρουσίαζαν οι ναζί!
Μετά από μια εβδομάδα έσπασε ο πάγος και άρχισαν να μας πλησιάζουν και να λένε, μα εσείς δεν μοιάζετε με τους αγρίους, όπως σας περιέγραφαν οι ναζί. Η γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ μας ήταν η σέρβική, την οποία γνώριζαν αυτοί, ενώ εμείς τώρα τη μαθαίναμε. Εν πάση περιπτώσει, εγώ σαν ο πιο νέος, βελτίωνα τα σέρβικα κάθε μέρα, αλλά ταυτόχρονα και τα γερμανικά (σφάμπικα), γλωσσικό ιδίωμα όπου τα πήγαινα, επίσης, καλά. Οι Γερμαναράδες ήταν όλο χαρά, που προτίμησα τη γλώσσα τους και με θαύμαζαν για τις επιδόσεις μου. Τις; Κυριακές, έρχονταν εθελοντές, υπάλληλοι του υπουργείου και μάζευαν μαζί μας λαχανικά. Ήταν ένα είδος εθελοντικής εργασίας και αποφυγή από την καθημερινή ρουτίνα της πόλης.
Μια από αυτές τις Κυριακές, που ήταν και η τελευταία, όταν τελείωσαν τη δουλειά, μας παρακάλεσαν να πάμε μέχρι το Βελιγράδι, για να ξεφορτώσουμε ένα καμιόνι με λαχανικά για το εστιατόριο του υπουργείου, όπου σιτίζονταν. Δεν φέραμε αντίρρηση και τους ακολουθήσαμε. Φτάνοντας στον προορισμό μας, αφού τελειώσαμε το ξεφόρτωμα, μας Κάλεσαν στο εστιατόριο για φαγητό. Ήταν πολυτελέστατο, με τραπέζια και ντυμένες καρέκλες με άσπρο ύφασμα και αρκετό προσωπικό, που μόλις καθίσαμε, αμέσως ήρθαν να μας ρωτήσουν τι θα πάρουμε. 
Εμείς από ευγένεια είπαμε στους οικοδεσπότες ό,τι νάναι, δεν είμαστε εκλεκτικοί. Μετά το φαγητό ακολούθησε συζήτηση γύρω από το δικό μας πρόβλημα ειδικά για την ήττα που υπέστη ο ΔΣΕ και τις σκέψεις για την εδώ παραμονή μας. Εγώ ήμουν ο διερμηνέας και για τις δυο πλευρές. Στο τέλος, μας ευχαρίστησαν για τη βοήθεια που προσφέραμε καθώς και για την ωραία συζήτηση που είχαν μαζί μας
 Τους αποχαιρετίσαμε και φύγαμε με το ίδιο καμιόνι για τα σπίτια μας.

Μετακόμιση στο Πάντσεβο για το σχολείο
Ο χειμώνας πλησίαζε και εγώ είχα βαρεθεί τη μονότονη ζωή στο κολχόζ και λέω στο πατέρα μου να κάνω κάτι άλλο. Το είπε στον διευθυντή και αυτός αμέσως μου πρότεινε να πηγαίνω το γάλα στο εργοστάσιο, στο Πάντσεβο, με την αλογάμαξα. Συμφώνησα και την άλλη μέρα έκανα το πρώτο μου πετυχημένο ταξίδι. Το πρόβλημά μου ήταν που έπρεπε να φροντίζω και τα άλογα. Σε αυτό με βοήθησε ο πατέρας μου.
 Πολύ σύντομα βαρέθηκα και το αγώγι και είπα στον πατέρα μου να πάω στην πόλη να δουλέψω στο εργοστάσιο. Κανένα πρόβλημα μου λέει και αν το μετανιώσεις, εδώ είμαστε επιστρέφεις πίσω. Ήρθα στην πόλη μα δεν τα κατάφερα και εδώ, αρρώστησα και τότε κατάλαβε ο πατέρας μου πως δεν πάει άλλο, πρέπει να μετακομίσουμε οικογενειακώς στην πόλη και για το λόγο ότι σχολεία δεν υπήρχαν κοντά. Μετακομίσαμε λοιπόν στο Πάντσεβο και πιάσαμε δουλειά εγώ, ο πατέρας και η μητέρα μου στο εργοστάσιο. Ο Παναγιώτης καλά προσαρμόστηκε, ενώ εγώ και η μάνα τεθήκαμε γρήγορα εκτός μάχης, λόγω της τρομερής σκόνης.


Προσαρμογή στη δουλειά και ασθένειες
Ο Παναγιώτης γρήγορα έμαθε τη δουλειά και έβγαζε δυο νόρμες (διπλή ποσότητα), γιαυτό πήρε τον τίτλο «ουντάρνικος», δηλαδή πρωτοπόρος της παραγωγής, με ειδικά προνόμια, όπως: κάρτα για ψώνια σε ειδικά μαγαζιά και άλλα. Ο μισθός του Παναγιώτη, φυσικά, δεν επαρκούσε για την εφταμελή οικογένεια, ενώ το σπίτι που του παραχώρησαν οι αρχές ήταν εντελώς ακατάλληλο (χαμόσπιτο, υγρασία και δυσοσμία από τις κοινές τουαλέτες που ήταν πολύ κοντά). Κάτω από αυτές τις ανθυγιεινές συνθήκες έβγαλε έρπητα ο Παναγιώτης πάνω στο ουραίο τμήμα του σώματος του, που είχε σαν αποτέλεσμα να υποφέρει από φρικτούς πόνους. 
Παρά την έκκλησή μας προς τις υγειονομικές υπηρεσίες, οι οποίες, να σημειωθεί, δεν έδωσαν καμία σημασία για τον άνθρωπο πρωτοπόρο, που τον αποκαλούσαν «καμάρι του εργοστασίου». Αναγκάστηκα να ζητήσω βοήθεια από τον Φράνιο, πρόεδρο του εργατικού κέντρου, να μεσολαβήσει για να στείλουν ασθενοφόρο, το οποίο δεν χρειάστηκε, τελικά, διότι όταν έφτασε, ο έρπητας είχε σκάσει. Σε λίγο αρρωσταίνει η μητέρα, μαζί με τον αδερφό μου Γιαννάκη και το κακό είχε παραγίνει.
Ο Π.  Ραφαηλίδης (δεξιά) με συγγενείς του

Η χειρότερη χρονιά το 1951
Το 1951 ήταν η χειρότερη χρονιά, διότι είχαμε το πρώτο θύμα· πέθανε ο Γιαννάκης μας, σε ηλικία έξι ετών, από μηνιγγίτιδα και την ευθύνη την έχει ο πατέρας μας και οι αρχές που αδιαφόρησαν. Τότε, λοιπόν, εδέησαν οι αρχές να παραχωρήσουν ένα διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης με κάπως καλύτερες συνθήκες. Δυο φορές κλήθηκε ο Παναγιώτης στην ΟΥ-ΝΤΜΠΑ (μυστική αστυνομία του Τίτο), όπου του πρότειναν συνεργασία, να καρφώνει, δηλαδή, τους συντρόφους που πολέμησαν σε ένα χαράκωμα, με αντάλλαγμα καλύτερο μισθό και άριστες συνθήκες διαβίωσης.
 Και στις δυο περιπτώσεις αρνήθηκε, λέγοντας κατηγορηματικά ότι εγώ τους ανθρώπους με τους οποίους πολέμησα, δεν τους πουλάω. Εγώ ήμουν παρών και στις δυο συναντήσεις ως διερμηνέας, γιατί ο πατέρας μου δεν τα κατάφερνε με τη γλώσσα. Τους ρώτησε, γιατί επιμένουν στο άτομό του για αυτή τη δουλειά, και η απάντηση ήταν ότι τον θεωρούν σοβαρό και έντιμο άνθρωπο, ξεχωριστό από τους υπόλοιπους Έλληνες. Οι αρχές είχαν τους ανθρώπους τους που παρακολουθούσαν τους πολιτικούς πρόσφυγες, πιθανόν για λόγους ασφαλείας, ενώ από την άλλη, η ελληνική πρεσβεία, την οποία το 1950-1951 άρχισαν να επισκέπτονται μερικοί Έλληνες, είχε συλλέξει όλα τα στοιχεία για τον αριθμό και την καταγωγή και φυσικά για τη δράση των ανταρτών στην πατρίδα. Μόνον για ένα άτομο δεν είχαν στοιχεία και με κάθε τρόπο τα αναζητούσαν. Αυτό το άτομο λεγόταν Βασίλης Παπαδάκης.

Αρχίζει ο ακούσιος επαναπατρισμός
Σύντομα άρχισε ο επαναπατρισμός μερικών αιχμαλώτων και επιστρατευμένων και οι εναπομειναντες ανησυχούσαν για την παραπέρα πορεία τους. Ξαφνικά, οι αρχές καλέσανε όλους τους πρόσφυγες και ρώτησαν ποιος θα ήθελε να φύγει για τις Λ. Δημοκρατιες. Οι πρόσφυγες ήταν τρομοκρατημένοι γιατί μια νύχτα πήραν περίπου 15 άτομα και τους έστειλαν στην Ελλάδα παρά τη θέληση τους. Φυσικό ήταν οι περισσότεροι να δίσταζαν να δηλώσουν ανοιχτά την επιθυμία τους και μόνο ένας κριτικός ονόματι Κώστας δήλωσε για Ουγγαρία. 
Μετά από 15 ημέρες τον προώθησαν και μάλιστα μας έγραψε και γράμμα από εκεί όταν έφτασε. Κατόπιν τούτου πήγαμε στις αρχές και είπαμε ότι θέλουμε και εμείς, αλλά η απάντηση ήταν τώρα θα περιμένετε. Ο Παναγιώτης το 1953 πήρε γράμμα από την Τσεχοσλοβακία από κοντοχωριανό του που του ανακοίνωνε το ευχάριστο νέο πως οι κόρες του βρίσκονται στην ΕΣΣΔ στην πόλη Τασκένδη με τη διεύθυνση τους. Έκτοτε άρχισε η αλληλογραφία και η προσπάθεια της ένωσης μαζί τους. Ύστερα από αυτό πήγαμε με τη μητέρα μου στο Βελιγράδι στη Πρεσβεία της ΕΣΣΔ και υποβάλλαμε αίτηση για τη μετάβαση μας εκεί. Τα χαρτιά άργησαν περίπου ένα χρόνο και τελικά πήραμε την έγκριση, αλλά οι φίλοι μας οι Γιουγκοσλάβοι έδειχναν απροθυμία να παραχωρήσουν βίζα εξόδου από τη χώρα τους.
 Την περίοδο εκείνη το 1955 το βασιλικό ζεύγος της Ελλάδας πραγματοποιούσε επίσημη επίσκεψη και οι αρχές Κάλεσαν τον Παναγιώτη και του ανακοίνωσαν την απόφαση της κυβέρνησης να απαγορεύσει την μετακίνηση των πολιτικών προσφύγων καθ’ όλη τη διάρκεια της επίσκεψης των υψηλών προσκεκλημένων στην χώρα τους. Ο Παναγιώτης δέχτηκε την απόφαση ως προληπτικό μέτρο και υποσχέθηκε να το τηρήσει.
Ο Παναγιώτης Ραφαηλίδης (πρώτος αριστερά)
Μόλις όμως έφυγαν οι προσκεκλημένοι αμέσως αποτάθηκε στις αρχές για τη βίζα εξόδου από τη χώρα και εδώ άρχισαν τα παράξενα παιχνίδια που έπαιζαν οι φίλοι μας. Του έδωσαν βίζα για δυο άτομα για τον ίδιο και την πεθερά του και όταν τους ρώτησε τι θα απογίνουν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, απάντησαν θα δούμε. Τότε οργισμένος τους απάντησε, εγώ φεύγω, όταν όμως φτάσω στη Βουδαπέστη θα καλέσω τους δημοσιογράφους και θα τους πω για το κατόρθωμα σας. Φαίνεται έπιασε το κόλπο με την απειλή και αργά το βράδυ ειδοποίησαν να φέρει φωτογραφίες για όλα τα μέλη διότι αύριο το πρωί φεύγετε. Περίεργο τους λέει: μέχρι τώρα μας λέγατε ότι βίζα χορηγεί μόνο το Υπουργείο Εσωτερικών, ενώ εδώ άλλα συμβαίνουν.
Έτσι άρον, άρον μαζέψαμε τα ολιγοστά πράγματα και το πρωί με το τρένο αναχωρήσαμε για το Βελιγράδι.
Οι σχέσεις με τις Ανατολικές χώρες μόλις ξεκίνησαν από το μηδέν και τα τρένα άρχισαν δειλά, δειλά τα πρώτα τους δρομολόγια για αυτό έπρεπε να περιμένουμε να νυχτώσει για να ξεκινήσει το ταξίδι μας στη Βουδαπέστη και κατόπιν για την ΕΣΣΔ. Στα σύνορα υπάρχει μια πόλη που την λένε Σουμποτίτσα , αφού περάσαμε από το τελωνείο κάποιοι θέλησαν να ειρωνευτούν τον Παναγιώτη λέγοντας του : που πας Γραίκο με τόση φαμελιά; Τους απάντησε με περηφάνια, στη Σοβιετική Ένωση και τότε του πέταξαν πάλι μια σπόντα. Εκεί δεν πρόκειται να χορτάσεις ψωμί, μόνο στον Καναδά υπάρχει άφθονο ψωμί. Στη Βουδαπέστη φτάσαμε το πρωί, εκεί μας περίμενε εκπρόσωπος της Σοβιετικής πρεσβείας και ένας Έλληνας πολιτικός πρόσφυγας. Μας είπαν ότι αργά το βράδυ υπάρχει τρένο για Μόσχα καθώς και να μην απομακρυνθούμε από την αίθουσα αναμονής του σταθμού. Ο Έλληνας μάλιστα μας είχε φέρει κάτι παλιατζούρες να τα πάμε σε κάποιο συγγενικό του πρόσωπο στην Τασκένδη. Κατά το βράδυ μας έφερε τα ταξιδιωτικά έγγραφα ο σοβιετικός εκπρόσωπος, και ευχήθηκε καλό ταξίδι.
 Η ώρα 12 τη νύχτα μπήκαμε στο τρένο με κατεύθυνση την Μόσχα όπου φτάσαμε μετά από δυο μερόνυχτα. Εκεί μας περίμενε εκπρόσωπος του Ερυθρού Σταυρού και με ένα μικρό λεωφορείο μας πήγε στο σταθμό Καζάν από όπου θα ξεκινούσαμε για Τασκένδη, αφού πρώτα ξεναγηθήκαμε βλέποντας τα  αξιοθέατα της σοβιετικής πρωτεύουσας.
Κατόπιν μας πήγε σε εστιατόριο όπου γευματίσαμε και επιστρέψαμε ξανά στο σταθμό. Εμένα και τον πατέρα μου μας ξενάγησε στην Κόκκινη Πλατεία για να δούμε το μαυσωλείο όπου κείτονταν οι σοροί του Λένιν και Στάλιν. Μπαίνοντας στο μαυσωλείο νιώσαμε δέος γιατί βλέπαμε μπροστά μας δυο γίγαντες ηγέτες του παγκόσμιου προλεταριάτου που ούτε κατά φαντασία άλλες εποχές θα είχαμε τη δυνατότητα να τους δούμε από τόσο κοντά. Νιώσαμε μεγάλη ικανοποίηση που μας έκανε την τιμή ο σοβιετικός σύντροφος και τον ευχαριστήσαμε από καρδίας.
Το βράδυ αποχαιρετήσαμε τον εκπρόσωπο του Ερυθρού. Σταυρού και ξεκινήσαμε για την Τασκένδη. Σαν όνειρο φαινότανε όλη αυτή η περιπέτεια και δεν πιστεύαμε στα μάτια μας ότι σε 2,5 μερόνυχτα θα σμίξουμε με τα αγαπημένα μας πρόσωπα μετά από έξι χρόνια χωρισμού.
Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε τις αδερφές παντρεμένες και από ένα παιδάκι στην αγκαλιά τους, μαζί με τους γαμπρούς που δεν γνωρίσαμε ποτέ.
Στο σιδηροδρομικό σταθμό της Τασκένδης δεν μας περίμενε κανείς, δυστυχώς, από λάθος του τηλεγραφήματος και ο σταθμάρχης ειδοποίησε την κομματική οργάνωση και αυτοί με τη σειρά τους μερίμνησαν για την μεταφορά στην όγδοη πολιτεία, όπου διέμεναν οι αδερφές μας.
Η διοίκηση της πολιτείας χορήγησε έκτακτη οικονομική βοήθεια και μερίμνησε για την τακτοποίηση των δύο αδελφών μου.
Του Νικόλα στο οικοτροφείο της δωδέκατης πολιτείας και του Δημήτρη στην τριετή σχολή μαθητείας στην πόλη Τσιρτσίκ, 30 χιλιόμετρα μακριά από την Τασκένδη.
Εγώ βρήκα δουλειά στη σχολή που φοιτούσε ο Δημήτρης ως μάγειρας και ταυτόχρονα παρακολουθούσα το νυχτερινό λύκειο. Η υπόλοιπη οικογένεια ταχτοποιήθηκε σε ένα διαμέρισμα, μαζί με τον γαμπρό μας, τον Ανδρέα Παπαθεοδώρου.
Το 1955 ήταν η χρονιά όπου το ΚΚΕ διασπάστηκε χάριν στους Σοβιετικούς που έβαλαν το χεράκι τους στην υπόθεση. Βλέπεται η αλλαγή της ηγεσίας από τον Στάλιν στον Χρουτσώφ ήταν αναμενόμενη, όπου ο τελευταίος ήθελε να επιβάλει τη γραμμή του και σε άλλα κόμματα, τα οποία διαφωνούσαν μαζί του.
Στην Τασκένδη έγινε το γνωστό πογκρόμ με πολλά έκτροπα ανάμεσα στους πολιτικούς πρόσφυγες, που χωρίστηκαν σε δυο παρατάξεις: τους ζαχαριαδικούς και τους χατουρικούς  ( από το όνομα του Χατούρα, που ήταν γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης Τασκένδης). Το ΚΚΕ περνούσε μια από της δύσκολες στιγμές της ιστορίας και ο Παναγιώτης δεν ήξερε πιο ρεύμα να ακολουθήσει.
Η οικογένεια Ραφαηλίδη, μέσα στη δύσκολη αυτή κατάσταση, έζησε γύρω στα είκοσι χρόνια στην αναγκαστική προσφυγιά, μέχρι την ημέρα, που όσοι επέζησαν, ήρθαν στην Ελλάδα.
                                                                                                                                                                    

                 Βασίλης Ραφαηλίδης
                                                           Φυσικομαθηματικός-Συγγραφέας