Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Οι αντάρτες ήσαν η αιτία της εξορίας των Σανταίων ή όχι;

Γενική είναι η κατακραυγή εναντίον των ανταρτών, των τσετέδων (σ.σ. Σύμφωνα με τον Στάθη Αθανασιάδη -Γεροστάθη), όπως τους ονόμαζαν οι Τούρκοι και οι δικοί μας, γιατί εξαιτίας αυτών έγινε η ε­ξορία των  γυναικόπαιδων. Μερικοί όμως έχουν την γνώμη ότι  και αν ακόμα δεν υπήρχαν αντάρτες, πάλι οι Τούρκοι θα εξόριζαν τους Σανταίους.
 Η γνώμη αυτή δεν είναι σύμφωνη με τα πράγματα, γιατί στην περιφέρεια της Τραπεζούντας υπερίσχυε το φιλελεύθερο κόμμα "Ελευθερία και Συνεν­νόηση"  που  διέκειτο ευμενώς προς τις μειονότητες, και αντιπολιτευόταν το Νεοτουρκικό κομιτάτο, του οποίου μέλος δραστήριο σκότωσε το Σεβκέτ - πασά. Ισχυροί παράγοντες του φιλελεύθερου κόμματος ήσαν τα μέλη της  οικογένειας  των Σατιρ - ζατέ, που ανέκαθεν προστάτευαν τους χριστιανούς εναντίον του φανατισμού των Τούρκων.
Κατά την ελληνική επανάσταση του ’21, η τουρκική κυβέρνηση έστειλε έγγραφο στο βαλή Τραπεζούντας Σατιρζατέ Οσμάν - μπεη να ενεργήσει για τη σφαγή του ελληνικού πληθυσμού. Ο βαλής για να γλυτώσει τους Έλ­ληνες από τους Τούρκους, που μαθαίνοντας τις λεηλασίες και σφαγές στην Πόλη και αλλού ακόνιζαν τα μαχαίρια τους, φώναξε μυστικά τον μητρο­πολίτη Τραπεζούντας Παρθένιο και του ανακοίνωσε το έγγραφο της Υψηλής Πύλης, τον συμβούλευσε μάλιστα να παρουσιαστεί στη συνέλευση που θα γίνει για τη σφαγή και να ορκιστεί ότι οι ρωμιοί της Τραπεζούντας δεν έχουν σχέση με τους επανα­στάτες της Πελοποννήσου. 
Όταν λοιπόν έγινε η συνέλευση και ο βαλής ρώτησε τον δεσπότη, αυτός ορκίστηκε ότι οι ρωμιοί της Τραπεζούντας δεν έχουν καμμιά σχέση με τους επαναστάτες· διαφέρουν και στη γλώσσα και στο χαρακτήρα γι’ αυτό ενώ οι ρωμιοί της Ελλάδας πολλές φορές έγιναν όργανα των Ρώσων και πήραν τα όπλα εναντίον του Σουλτάνου, οι ρωμιοί της Τραπεζούντας ζουν και θα ζήσουν ειρηνικά με τους γειτόνους, γι’ αυτό και ζητούν την προστασία σας.
Τότε ο βαλής είπε: Αφού ορκίζεσθε ότι δεν έχετε σχέση με τους επανα­στάτες,  δεν μπορούμε να σας πάρουμε στο λαιμό μας. Πήγαινε και να συμ­βουλεύεις το λαό σου να ζει όπως ως τώρα  και να μη γίνει όργανο των ξένων.
Αλλά και κατά την Αρμένικη σφαγή του 1915 ο γόνος της οικογένειας  αυτής  Σατιρζατέ Σεβκέτ - μπέης συνταύτισε την τύχη του με τους γειτόνους του   Αρμενιους  της Σιάνας, περιέθαλψε και γλύτωσε 150, έχασε όμως ο ίδιος την γυναίκα του και το παιδί του.
Τοπάλ Οσμάν
Το ίδιο κόμμα δεν επέτρεψε στον κακούργο Τοπάλ Οσμάν να λεηλα­τήσει και σκοτώσει τους Έλληνες της Τραπεζούντας, όπως έκανε στην Κερασούντα και τα γύρω.
Για τον ίδιο λόγο στην περιφέρεια Τραπεζούντας δεν έγινε εξορία γυναικόπαιδων, αλλά μόνο των ανδρών, και αυτή μπορώ να πω με σχετική ηπιότητα.
Δεν αποκλείω τις μεγάλες ζημίες που θα πάθαινε η Σαντά αν δεν είχε τους αντάρτες, δεν αποκλείω και μερικούς φόνους, είμαι βέβαιος ότι αρκετοί από τους στρατευμένους θα πέθαιναν από τις στερήσεις και τις κακουχίες, αποκλείω όμως την εξορία των γυναικόπαιδων.
Ο Παν. Τοπαλίδης γενικά για τα ανταρτικά κινήματα γράφει στην Ιστορία του (Ο Πόντος ανά τους αιώνας): «Στερείται δε σοβαρότητος και δεν στηρίζεται εις την πραγματικότητα η ένστασις ότι αι καταστροφαι επήλθον και εκεί, όπου καμμία ανταρτική κίνησις εσημειώθη. Καμμία από τας επαρχίας του Πόντου δεν έχασε τα 4)5 του πληθυσμού της, όπως η Αμάσεια και τα 3)5  όπως η Σαντά.
Είναι πικρά η αλήθεια, αλλ’ ανάγκη να ομολογηθεί, δια να μη καλύψει την αστοχίαν  η πλάνη από την επιφανειακήν  όψιν των πραγμάτων και δια να μη δοθή ευκαιρία περγαμηνών, αντί αποδόσεως ευθυνών. Κανείς δεν δι­καιούται να νομίζει ότι δύναται να ρίψη όταν θέλη και  όπως θέλη τον κύβον του συνόλου και ν’ αναλάβη  ενέργειαν  εν αγνοία ή παρά την θέλησιν εκεί­νων τους οποίους θα βαρύνουν αι συνέπειαι αυτής».
 Ίσως το άστοχον της ενεργείας να μη βαρύνη εξ ολοκλήρου αυτά ταύ­τα τα ανταρτικά σώματα, των οποίων η ανδρεία και η αυτοθυσία έγιναν θρύλοι».

Άποψη Κ. Παπαρρηγόπουλου για τους Κλέφτες

Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος

Ο  μεγαλύτερος ιστορικός μας των νεότερων χρόνων Παπαρρηγόπουλος, γράφει τα εξής  αποκαρδιωτικά για τους Κλέφτες, τους οποίους τα  σχολικά μας βιβλία παριστάνουν  σαν ιδανικούς πατριώτες και για τους  οποίους μας δίδαξαν στο σχολείο τόσα τραγούδια  και μάλιστα:
Παιδιά σαν θέτε  λεβεντιά  και κλέφτες να γενήτε. . .
«Οι κλέφται, γράφει ο Παπαρρηγόπουλος,  ετέρποντο   να  καθυποβάλλουν  εις πληρωμήν λύτρων τους καλογήρους, προς τους οποίους ουδέποτε έδει­ξαν  συμπάθειαν, καθώς και προς τους παπάδες, οσάκις συνέπιπτε να  είναι  προεστώτες. Εφορολόγουν τα χωρία και αυτάς τας πόλεις. Δεν διήγον ό­μως άπαντα τον βίον των περί πολέμους και αρπαγάς και λαφυραγωγίας. Οι Κλέφτες εφόνευον όσους ηδύναντο μουσουλμάνους, μη φειδόμενοι  ενίοτε,  σπανιώτατα και αυτών των χριστιανών. Ελαφυραγώγουν τους πρώτους, εν ανάγκη δε και  τους δευτέρους. Ίσως εμάχοντο κατά των Τούρκων ελαυνόμενοι  μάλλον υπό  σφοδροτάτου  αυτοματισμού, παρά έχοντες υψηλότερον το αίσθημα τής πατρίδος».
Αυτά που λέει για τους Κλέφτες, προσθέτοντας και την τρομοκρατία, αυτά  έκαναν  και οι αντάρτες της Σαντάς. Πολύ λυπηρά βέβαια, αλλά η Ι­στορία είναι πιστή εικόνα των πράξεων των ανθρώπων με τις αρετές και τις κακίες, τις ευτυχίες και τις δυστυχίες και καθήκον έχει να επαινεί τα καλά και  να  κατακρίνει τα κακά.

Η δράση των ανταρτών. (Άποψη Μιλτιάδη Νυμφόπουλου)

Για τη δράση των ανταρτών, ο Μιλτιάδης Νυμφόπουλος γράφει: 
«Η Ιστορία της  Σαντάς δεν μπορεί να μην επαινέσει την μεγάλη αντίσταση των Κουρτιδαίων  και  Τσιραπάντων ενάντια στην τουρκική αυθαιρεσία και αγριότητα, αντίδραση που δόξασε  και  εξύψωσε τη Σαντά μα και δεν μπορεί να μην καυτηριάσει τις πολλές και σοβαρές παρεκτροπές, τις οποίες έκαμαν οι Κουρτιδαίοι κατά του πληθυσμού της Σαντάς προ του εκτοπισμού του και τις οποίες δεν μπορούν να ξεχάσουν  και να  συγχωρήσουν οι  περισσότεροι Σανταίοι.
Σαντά
 Οι Τσιριπάντ’ φέρθηκαν καλύτερα στις δύσκολες εκείνες περι­στάσεις, δεν έκαναν τις παρεκτροπές που έκαμαν οι Κουρτιδαίοι, ήσαν καλά οργανωμένοι, μα η ομάδα τους εφόσον ήταν ολιγάριθμη δεν μπορούσε να  επιδράσει στην εξέλιξη της Σαντάς. 
Αρχή του 1918, όταν έγινε η ανα­κατάληψη της Τραπεζούντας, οι Τούρκοι,  όπως  αποδείχτηκε στη μάχη Κοπαλάντων ήθελαν να ρημάξουν τη Σαντά, προπαντός  γιατί  η  αντίσταση των Σανταίων εμψύχωνε τον ελληνικό πληθυσμό της  περιφέρειας    Τραπεζούντας  .
Στις φοβερές εκείνες στιγμές η Σαντά είχε ανάγκη και του τελευταί­ου αντάρτη. Εδώ έχομε καθήκον να εξάρουμε το γεγονός ότι ο αρχηγός Ευκλείδης με το διοικητικό του τακτ μπόρεσε να συγκρατήσει την πειθαρ­χία μεταξύ των απειθαρχούντων και  ατίθασων ανταρτών της ομάδας του. Η πειθαρχία αυτή συνετέλεσε στο να ληστευτούν   και να σκοτωθούν κυρίως Τούρκοι που έβλαψαν τον αθώο πληθυσμό της Σαντάς. Αν έλειπε η πει­θαρχία, θα περνούσαν  από το  μαχαίρι των ανταρτών χιλιάδες Τούρκοι,  αδιακρίτως γένους και ηλικίας.
 Πολύ πιθανόν η έλλειψη πειθαρχίας να  οδηγούσε τους αντάρτες μας προς την διαίρεση με τις επιζήμιες συνέπειες της, όπως έγινε με τους 30 αντάρτες της Γαλλίανας, τους οποίους η απειθαρχία οδήγησε στον αλληλοσπαραγμό  και αλληλοεξόντωση». 
 Αλλά ποιες ήσαν οι πολλές και σοβαρές παρεκτροπές που δεν κατονομάζει  ο Νυμφόπουλος;
Οι αντάρτες όλων των εποχών ήσαν άνθρωποι, μ' όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες  και τα ταπεινά πάθη και όταν μεν οι περιστάσεις είναι ομαλές (στην ειρήνη), οι άνθρωποι σπρώχνουν τα ελαττώματα τους στο υποσυνεί­δητο και δεν τα φανερώνουν, τα κρύβουν.  Όταν όμως οι περιστάσεις είναι ανώμαλες, όπως συμβαίνει στον πόλεμο, τότε τα  ελαττώματα βγαίνουν στην επιφάνεια,  εκδηλώνονται και μάλιστα θεριεύουν. Γι’ αυτό οι πράξεις των ανταρτών όλων των εποχών είναι ίδιες.
Ισχανάντων- Πινιατάντων- Τερζάντων
Για τους φιράρ (αντάρτες) του παλαιού καιρού ο Φ. Χειμωνίδης λέει ότι κατάντησαν να ληστεύουν και να σκοτώνουν και τους ίδιους τους Σανταίους, χρειάστηκε ένας  Μουρτεζές για να επαναφέρει στη Σαν­τά την ησυχία και τάξη.

ΤΟ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗ ΣΑΝΤΑ

Σύμφωνα με τον Μιλτιάδη Νυμφόπουλο:
«Ο Ευκλείδης κατά τη ρωσική κατοχή είχε καταρτίσει αντάρτικη ομάδα από συγγενείς και φίλους, κατέβαινε στα κοντινά τουρκοχώρια όπου κακομεταχειριζόταν τους Τούρκους. Τα ίδια έκαναν και οι Τσιριπάντ’ στη Δίρχα, όπου τρομοκρατούσαν τους Τούρκους.
 Με το ίδιο αγέρωχο ύφος ο Ευκλείδης κατέβαινε και στα χωριά της Γεμουράς· σ’ ένα μάλιστα χωριό λογομάχησε μ’ ένα μολλά και τον καβαλίκεψε. 
Μιλτιάδης Νυμφόπουλος
Ο Ευκλείδης, συνεχίζει ο Νυμφόπουλος , μαζί με τον Γεώργιο Πηλείδη, κατατάχθηκαν στη ρωσική χωροφυλακή μαζί με τους Σανταίους αξιωματικούς Άγγελο Παρμαξούζ και Παντελή Παστιανίδη. 
 Κατά τον Ιούνη του 1917 Τούρκοι κτηνοτρόφοι πήγαιναν με τα κοπάδια τους στο Μετζίτ. Στου Τσαρταχλού μερικοί Αρμένιοι άρπαξαν 150 πρόβατα του Σεΐτ- αγά. Από τότε αυτός καθώς και ο Σουλεϊμάν Κάλφας, επειδή υποψιάστηκαν ότι ο Ευκλείδης άρπαξε τα πρόβατα, έγιναν οι πιο φανατικοί εχθροί του Ευκλείδη και των Σανταίων».
 Τον Αύγουστο του 1918 ο Σεΐτ - αγάς ήρθε στη Σαντά και ζήτησε από τον Ευκλείδη να του επιστρέφει τα πρόβατα ή 600 παγκανότες· του έδωσε προθεσμία μέχρι  την επιστροφή του από το Παϊπούρτ. Τι να κάμει ο Ευκλείδης, φώναξε τον αδελφό του τον Κώστα και μερικούς συγγενείς του και φίλους και έφυγε στο δάσος. Αργότερα ήρθαν και άλλοι και οι αντάρτες έγιναν 60 και στη συνέχεια 120. Τελευταία όμως περιορίστηκαν σε 13. 
Ο γέρο - Τσιρίπ'ς, Σανταίος, αλλά που παραχείμαζε στη Δίρχα, επειδή κατά τη ρωσική κατοχή κακοποίησε τους γειτόνους του Τούρκους, γι’ αυτό μόλις πλησίασαν οι Τούρκοι, αυτός με μερικούς άλλους, το όλο 12, κατέφυγαν στη Σαντά. Δεν ενώθηκε όμως με τον Ευκλείδη αλλά έδρασε μόνος του.
 Το αντάρτικο κίνημα ευνοήθηκε απ’ αυτή τη φύση του εδάφους (απέραντα και συνεχή πυκνά δάση και φαράγγια), από το κλίμα (το καλοκαίρι ομίχλη πυκνή τις περισσότερες μέρες και το χειμώνα άφθονο χιόνι), αλλά και από το χαρακτήρα του Σανταίου, που ανέκαθεν ήταν φιλελεύθερος και δυσυπότακτος. (σ.σ. που δεν ανέχεται χαλινάρια, που δεν υπακούει εύκολα )

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Περίεργη άρνηση

Πληροφορήθηκα εξωδίκως, ότι πρόσφατα δεν επετράπη η είσοδος στον Καναδά σε ένα από τα ιστορικά στελέχη του λεγόμενου «πατριωτικού ΠΑΣΟΚ», του Μιχάλη Χαραλαμπίδη. Θα πήγαινε, λέει, να μιλήσει σε ένα φόρουμ που οργάνωνε το Ελληνοκαναδικό Κογκρέσο (δεν ξέρω τι ακριβώς είναι αυτό), αλλά δεν του δόθηκε η άδεια να εισέλθει στον Καναδά, προφανώς γιατί κάποιες (μυστικές) υπηρεσίες έχουν «γκριζάρει» το προφίλ του.
Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τι είναι αυτό που προκάλεσε την άρνηση του Καναδά να επιτρέψει σε έναν έντιμο αγωνιστή, όπως ο Χαραλαμπίδης, την είσοδο στη χώρα και μάλιστα για έναν τέτοιο σκοπό, νομίζω όμως ότι είναι χρέος του υπουργείου Εξωτερικών να ασχοληθεί με το θέμα και να μην το αφήσει να περάσει έτσι.
Ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης, που έχει από χρόνια αποστασιοποιηθεί από τα πασοκικά δρώμενα, έχει αφοσιωθεί στον αγώνα για την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων διεθνώς - λόγος
που η Αγκυρα τον έχει τοποθετήσει στους οιονεί αντιπάλους της. Να πέρασε των Τούρκων στον Καναδά; Δυσκολεύομαι να το πιστέψω...

Γιώργος  Παπαχρήστου



πηγή: http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/5486201/stigma/

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Οι Τσιριπάντ.

Ο Τσιρίπ'ς   ο Δαμιανόν
Τέλη του Φλεβάρη του 1918 φάνηκαν στο Κρεν (Σταμόπον) οι Τσιριπάντ αντάρτες μαζί με τον Γιώργο Καλαϊδόπουλο. 0ι Τσιριπάντ ήσαν πολιτογραφημένοι Σανταίοι, είχαν σπίτι και χορτολίβαδα στο Ισχανάντων, είχαν τα γιδοπρόβατά τους στα παρχάρια της Σαντάς (Τσαρτακλή), είχανε όμως και κτήματα στο χωριό Δίρχα της Τραπεζούντας και ζούσαν εκεί τον χειμώνα.
 Επειδή όμως κατά την Ρωσική κατοχή πείραξαν τους Τούρκους της περιφέρειας τους, μόλις φύγανε οι Ρώσοι βγήκαν στο κλαρί και κατασκήνωσαν στα γνώριμα τους βουνά της Σαντάς.
 Μετά 6 μήνες  κατά τον Αύγουστο του 1918 ο Ευκλείδης Κουρτίδης είδε την πίεση του Σεΐτ αγά και βγήκε κι αυτός στο κλαρί.
Κυρτογλάντ και Τσιριπάντ αν και αποτελούσαν δύο ξεχωριστές αντάρτικες ομάδες μολαταύτα έδρασαν από κοινού πολλές φορές εναντίον των Τούρκων. 0ι Τσιριπάντ στο Κρέν περίμεναν ευκαιρία για να χτυπηθούν με τους Τούρκους.
 Μέσα σε λίγες μέρες οι Toύρκοι μάθανε το καταφύγιο των Τσιριπάντων και σπεύσανε προς το Κρέν για να τους κυκλώσουν και να τους συλλάβουν.
Οι Tσιριπάντ όμως ήσαν ατρόμητοι και μόλις είδανε κυκλωτικές κινήσεις των Τούρκων,τους φώναξε ο οπλαρχηγός τους Δημήτριος Τσιρίπ και τους είπε: «Κύριοι για να σώσητε την ζωή σας φροντίστε να γυρίσετε πίσω». Και συγχρόνως διέταξε τα παλληκάρια του να ρίξουν εναντίον των Τούρκων. Σαν άρχισαν οι πυροβολισμοί είδανε οι Tσιριπάντ τον Σεΐτ αγά να κάνει τούμπες και νόμισαν πως σκοτώθηκε.
Οι Τούρκοι ανταπέδωσαν τους πυροβολισμούς και  η μάχη εξακολούθησε ως  το βράδυ. Επί τρεις μέρες συνέχιζαν οι Τούρκοι τις επιθέσεις τους εναντίον των Τσιριπάντων χωρίς όμως αποτέλεσμα, Λύσαξαν οι Τούρκοι απ’ το κακό τους και απείλησαν τους προεστούς των Ισχανάντων πως δεν θα φύγουν από την Σαντά και θα κάνουν αφάνταστες καταστροφές στα χωριά αν δεν παραδοθούν οι Τσιριπάντ. Οι προεστοί τους βεβαίωσαν πως οι αντάρτες, αυτοί δεν είναι Σανταίοι, είναι οι Τσιριπάντ από την Δίρχα, οι Καλαϊδόπουλοι και άλλοι ξένοι που φύγανε από τα χωριά τους και σφηνώθηκαν στα βουνά της Σαντάς.
Η ψεύτικη αυτή βεβαίωση έγινε πιστευτή από τις στρατιωτικές αρχές , οι οποίες διέταξαν τους αξιωματικούς να εγκαταλείψουν την Σαντά και ν’αποσύρουν  τον στρατό και τους τσετέδες. Στους Τούρκους κακοφάνηκε η διαταγή αυτή γιατί πουθενά αλλού δεν μπορούσαν νάχουν όμοια περιποίηση.

Σαντά τέλη Φλεβάρη 1918 (μαρτυρία Χρύσιου Παυλίδη)

 « Οι στρατιωτικές Αρχές Τραπεζούντας  μόλις πήραν την δυσμενή έκθεση του αξιωματικού Φαΐκ βεη, αποφάσισαν να στείλουν Τούρκους τσετέδες στη Σαντά για τιμωρία της. Πρώτος αρχιτσετές παρουσιάστηκε ο διαβόητος Χεμτής και δεύτερος ο Μουσταφάς από το Μεσοχώρι.Οι δύο αυτοί μαζέψανε έως 200 τσετέδες και άλλους τόσους πλιατσικολόγους μ' αυτούς ήσαν έτοιμοι να εισβάλουν στη Σαντά .
Ισχανάντων - Σαντάς
Αλλοι αρχιτσετέδες ήσαν ο Σεΐτ αγάς από την Μέσωνα με 150 τσετέδες, ο Σουλεϊμάν Κάλφας από το Αρσέν με 200 τσετέδες και ο Αλή Ριζάς από τη Χότση. Κοντά σ’ αυτούς μας έστειλε η Τούρκικη κυβέρνηση άπ’ το Τσεβιζλήκ τον Ζαχαρία Γιαμάκ με 150 τσετέδες Τούρκους. Όλοι αυτοί μπήκαν στη Σαντά τέλη Φλεβάρη του 1918, και τότε ο  επικεφαλής αξιωματικός κάλεσε τους προεστούς των Ισχανάντων και τους είπε: «θα μείνουμε εδώ πολλές μέρες. Η έδρα μας θα είναι  το Ισχανάντων. Ειδοποιήστε όλους τους οπλίτες της Σαντάς να παραδοθούν με τα όπλα τους, με τα ορεινά τηλεβόλα τους, με τις χειροβομβίδες τους, με τις δυναμίτες τους, με τα φυσίγγια τους και με όλα τα πυρομαχικά που μαζέψανε από το πολεμικόν μέτωπον και τάχουν κρυμμένα σε αποθήκες.
 Έχομε διαταγή να κάψουμε και να ρημάξουμε την Σαντά αν δεν συμμορφωθείτε. Εχετε προθεσμία ως αύριο. Όσες μέρες θα μείνουν εδώ οι οπλίτες μας θα τους καλοταγίσητε και θα τους περιποιηθήτε. Αλλιώς θα τα κανονίσουμε εμείς όπως ξέρομε».
Σ’ αυτή την περίσταση η διαταγή του Ζαχαρία ήταν αντιπατριωτική. Αυτός έτρεφε μίσος εναντίον των Ισχανανταίων γιατί τον πάψανε από το μουχταρλίκι πριν 10 χρόνια. Οι κακόμοιροι, οι αφελείς Ισχανανταίοι άμα είδαν τον Ζαχαρία χάρηκαν γιατί νόμισαν πώς σαν Σανταίος που είναι θα θελήσει να παρεμποδίσει τις παρεκτροπές των τσετέδων, μόλις όμως αντελήφθησαν το μίσος του εναντίον τους ανορθώθηκαν οι τρίχες της κεφαλής τους από αγανάκτηση.
 Για μια στιγμή κατάπιαν τον θυμό τους, πλησίασαν ικετευτικά τον Ζαχαρία που είχε πλάϊ του τους φοβερούς μισέλληνες  Aλή Ριζά και Αχμέτ Κιλαδλή  και ζήτησαν την προστασία του. Ο Ζαχαρίας τους είπε με θυμό : «Όσα σας είπε ο αξιωματικός είναι λόγια του Βαγγέλιου, και πρέπει να συμμορφωθείτε μ’ αυτά. Οι Αρχές ξέρουν ότι όλα αυτά που ζητούν τα έχετε. Δεν θέλω εις το εξής να με πλησιάζετε και να με συμβουλεύεστε. 
Φύγετε!»



Αυτά έλεγε ο X. Παυλίδης. Οι Τούρκοι ευτυχώς δεν έκαναν τότε ανακρίσεις. Η σιωπή των στρατιωτικών αρχών σ’ εκείνη την περίπτωση έσωσε τα κεφάλια πολλών επισήμων Ελλήνων της Τραπεζούντας που ενίσχυσαν το κίνημα της Σαντάς και το έφεραν στο σημείο που είδαμε και θα δούμε.
Οι πεντακόσιοι τσετέδες που μπήκαν στη Σαντά άπ’ τον δρόμο των Φτελενίων έφεραν σε πολύ δύσκολη θέση τους Ισχανανταίους και τους άλλους Σανταίους. Καθημερινά χρειάζονταν μια αγελάδα για το κρέας, 300 οκάδες ψωμί, πολλές οκάδες πατάτες, τρία κάρα ξύλα κλπ, πράγματα που πολύ δύσκολα μπορούσαν να τα βρουν οι Σανταίοι. Οι Τούρκοι τσετέδες αφού λεηλάτησαν το σπίτι του Ευκλείδη περιφέρονταν αγέρωχα μέσα στο Ισχανάντων, τραγουδούσαν, χόρευαν, γλεντούσαν. Τα κορίτσια των Ισχανάντων περιορίστηκαν και κρύφτηκαν. 
Οι γριές υπηρετούσαν στο μαγειρείο και ότι τρόφιμα μπορούσανε να τις φέρουν οι προεστοί τα μαγείρευαν για τους τσετέδες.
Την άλλη μέρα οι Τούρκοι φωνάξανε τους προεστούς και ζήτησαν να μάθουν αν εκτελέστηκε η διαταγή. Παρουσιάστηκαν οι Θεόδωρος Λιανίδης, Χριστόφορος Κύρτογλους, Χαράλαμπος Χαριάδης και Κοσμάς Αμάραντος, και τους είπαν:
«Κύριοι, τα πράγματα που μας είπατε δεν τα έχομε. Αποθήκη πολεμοφοδίων, δυναμίτη, χειροβομβίδες, κανόνια, δεν έχομε, επαναλαμβάνομε δεν έχομε, γιατί τα πράγματα αυτά προϋποθέτουν την ύπαρξη επαναστατικής κυβέρνησης, από την οποία καμία ιδέα δεν έχομε γιατί δεν είμαστε επαναστάτες.
 Όλες αυτές οι διαδόσεις είναι άτιμες συκοφαντίες των εχθρών μας που θέλουν να μας εξοντώσουν. Παρακαλούμεν κάνετε έρευνα και, άμα βρείτε τέτοια πολεμικά είδη να μας τουφεκίσετε όλους. Επί πλέον σας παρακαλούμε να μας επιτρέψετε να πάμε στα δάση να παρακαλέσουμε τους αντάρτες μας για να παρουσιαστούν και να παροδοθούν».
Ο αξιωματικός τους είπε: « Τους αντάρτες αφήστε, γι αυτούς θα σκεφθούμε αργότερα. Τώρα εσείς όσοι είστε εδώ τρέξτε γλήγορα φέρτε τα όπλα σας, γιατί όπως μάθαμε ο καθένας σας έχει το όπλο του». 
Οι προεστοί αναγκάσθηκαν να γυρίσουν όλα τα σπίτια, να μαζέψουν όσα παλιοτούφεκα βρήκαν και να τα παραδώσουν. Την άλλη μέρα διατάχθηκαν οι προεστοί να παν να βρουν τους αντάρτες στα δάση και να τους πουν να παραδοθούν. Oι αντάρτες δεν δέχτηκαν να παραδοθούν, και τότε μαζεύτηκαν όλοι οι τσετέδες και πήγαν να κυκλώσουν τα δάση Ρεσχανάδες, Λιθονπορέν και Αλωνόπον για να τους πιάσουν. Την πρώτη μέρα των επιχειρήσεων παρακίνησαν οι προεστοί Ισχανάντων τους οπλαρχηγούς Γεώργιο Γωνιάδη και Περικλή Κουφατσή να παροδοθούν με τα λίγα τους παλικάρια, 15 το όλον, για να μη πάρει η καταδίωξη σοβαρή μορφή, και τους υποσχέθηκαν ότι θα θυσιαστεί η Σάντα για να τους σώσει, όπως και έγινε. 
Τους αντάρτες μας που παραδόθηκαν τους έφεραν οι τσετέδες στο Ισχανάντων και τους φυλάκισαν στο σπίτι της Δαμιανάβας. Μερικοί τσετέδες φίλοι του Χεμτή πήραν τότε τον Περικλή κατά μέρος και του είπαν: «Θέλομε τα κλοπιμαία των Κυρτογλάντων μας φαίνεται πως εσύ ήσουν συνέταιρός τους γιατί τους υποστήριξες πριν 2 μήνες, και βέβαια ξέρεις που βρίσκονται τα κλοπιμαία αυτά. Αν δεν ομολογήσεις την αλήθεια θα σε σκοτώσουμε με την άδεια του ταγματάρχη. Προπαντός σου θέλομε αυτή τη στιγμή 100 πανκανόττες».
Ο Περικλής με τους Τούρκους τσετέδες που τον είχανε στο χέρι πήγε ίσια στο σπίτι του Χρύσιου Παυλίδη και δανείστηκε απ’ αυτόν τις 100 πανκανότες, τις έδωσε στον Χεμτή και γλύτωσε τη ζωή του. Και για τον οπλαρχηγό Γεώργιο Γωνιάδη πλήρωσαν οι προεστοί της Σαντάς κάμποσες εκατοντάδες πανκανόττες και τον γλύτωσαν.
Πριν φύγουν οι τσετέδες φέρθηκαν γαϊδουρινά σε μερικές γυναίκες της Σαντάς, κι' αυτό άναψε τον φανατισμό των ανταρτών μας εναντίον των βαρβάρων Τούρκων τσετέδων, τους οποίους είχαν σημαδεμένους, και όταν ήρθε η εποχή να παν οι Τούρκοι αυτοί στα παρχάρια τους διασχίζοντας τα βουνά της Σαντάς, δεν γύρισαν ζωντανοί από κει.
Είσοδος Πιστοφάντων Σαντάς
 Εκτός από τα όργια τους αυτά οι τσετέδες , προξένησαν και την παρακάτω καταστροφή. Επειδή πολλοί κάτοικοι του Πιστοφάντων φοβήθηκαν μήπως μπουν οι τσετέδες στα σπίτια και τους ληστέψουν, μετέφεραν και απόκρυψαν στους λαχανόκηπους τα γιορτινά ρούχα τους και τα κοσμήματα τους, μόλις δε οι τσετέδες μυρίστηκαν το πράγμα γύρισαν μια νύχτα όλους τους κήπους και έκλεψαν όσα πράγματα βρήκαν.
 Από την συμφορά αυτή δεν μπόρεσε να συνέλθει το Πιστοφάντων μέχρι την καταστροφή της Σαντάς.

après-midi / pomeriggio / απόγευμα


Οι Εκδόσεις Πηγή και οι συγγραφείς Rossella Paolicchi, Marianne Catzaras και Χρυσή Γιάντσιου σας προσκαλούν στην παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής τους με τίτλο "après-midi / pomeriggio / απόγευμα".

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Λένε ότι η διήγηση είναι ένας τρόπος για να χειριστεί κανείς τον χρόνο. Πως μπορεί να τον συντομεύσει ή να τον επιμηκύνει όπως θέλει και, ακόμη περισσότερο, τον χρόνο της ίδιας της ζωής του να τον απλώσει ή να τον περιορίσει…
Raccontare è un modo di manipolare il tempo, si dice, si può accorciare, allungare come si vuole ma ancora di più è nella vita che il tempo si dilata o si restringe…
On dit que raconter est une manière de manipuler le temps. On peut raccourcir, rallonger comme on veut et encore davantage. C’est que dans la vie le temps se dilate ou se restreint…
Rossela Paolicchi

Μάθετε περισσότερα για το βιβλίο πατώντας εδώ.

Οι συγγραφείς
Rossella PAOLICCHI
Μετά τις σπουδές της στον τομέα της ψυχολογίας στην Πάδοβα της Ιταλίας, η Rossella Paolicchi ειδικεύτηκε στην ψυχοθεραπεία παιδιών, εφήβων και γονέων και για πολλά χρόνια δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Πίζας. Είναι υπεύθυνη του Κέντρου Θεραπείας Προβλημάτων Ανορεξίας και Βουλιμίας, δουλεύοντας στις σχέσεις σώματος και πνεύματος. Παράλληλα ακολουθεί μια πορεία καλλιτεχνική.
 Στην εικαστική της δημιουργία αναζητά την έκφραση του εύθραυστου, του ευαίσθητου. Στα έργα της προσπαθεί να αποτυπώσει την ουσία μέσα από αδρές γραμμές ή από αφαιρέσεις ελάχιστα χρωματισμένες. Το καλλιτεχνικό της στίγμα είναι να δώσει μορφή στο άμορφο. Συμμετείχε σε εκθέσεις στην Αθήνα και στην Τύνιδα.
Συγχρόνως ασχολείται με τη συγγραφή. Στις νουβέλες της ακολουθεί την ίδια τάση με αυτή της ζωγραφικής της. Λάτρης των ταξιδιών, έχει ένα ακόρεστο πάθος για την Ελλάδα. Ο Καβάφης, ο Ρίτσος, ο Σεφέρης και ο Μπόρχες σηματοδοτούν την ποιητική της μύηση. Ζει στην Πίζα.
Marianne CATZARAS
Γεννημένη στην Τυνησία από Έλληνες γονείς, η Μαριάννα Κατζαρά τοποθετεί στην καρδιά των καλλιτεχνικών της αναζητήσεων και σκέψεων τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς της για την ταυτότητα του ταξιδιού και της γλώσσας. Μετά τις σπουδές της στον τομέα της λογοτεχνίας, αφιερώθηκε στην ποίηση και στη φωτογραφία. Δημοσιευμένες συλλογές της στην Τυνησία και στη Γαλλία διαβάστηκαν από τις ηθοποιούς Jalila Baccar και Anne Alvaro, ενώ έργα της έχουν παρουσιαστεί στη Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Τυνησία, Μαρόκο, Ελλάδα. Είναι μέλος της επιτροπής του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης Voix Vives en méditerranée de Sète. 
Τα ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, στα ισπανικά, στα αραβικά και στα ιταλικά. Επί σειρά ετών, μεταφράζει έργα σύγχρονων Ελλήνων ποιητών, αφιερώνοντας ένα μέρος της δουλειάς της στον πολιτισμικό διάλογο της Μεσογείου. Φωτογραφίες της έχουν εκτεθεί σε όλο τον κόσμο, ενώ μεγάλος αριθμός από αυτές έχουν αγοραστεί από διεθνείς οργανισμούς, μουσεία, γκαλερί και συλλέκτες. Έχει τιμηθεί με το Μεγάλο Βραβείο της πόλης της Τύνιδας για την προσφορά της στον πολιτισμό.
 Ανακηρύχτηκε Ιππότης των Γραμμάτων και των Τεχνών από τη Γαλλική Δημοκρατία.
Ζει στην Τυνησία.
Χρυσή ΓΙΑΝΤΣΙΟΥ
Η Χρυσή Γιάντσιου (συγγραφέας-ερευνήτρια του δωρικού θεάτρου) γεννήθηκε στις Σέρρες το 1962. Διδάκτωρ στον τομέα LANGUES, LETTRES ET ARTS (UNIVERSITED’AVIGNON ET DES PAYS DE VAUCLUSE, FRANCE). Υπεύθυνη της θεατρικής ομάδας του Πολιτιστικού Οργανισμού Ελασσόνας στη δεκαετία 1993-2003. Συνεργάστηκε με τον ΟΚΑΝΑ στο πλαίσιο μιας καμπάνιας κατά των ναρκωτικών. Διετής συνεργασία με τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Σερρών τα έτη 2006-2007. Έχει τιμηθεί επανειλημμένως σε ποιητικούς και λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.


Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Στρατιωτική διοργάνωση των Σανταίων

Μόλις ανέβηκαν οι οπλισμένοι Σανταίοι στην Σαντά η "Ένωση"*  επειδή είχε πληροφορίες ότι θα κάνουν επιδρομές στην Σαντά οι γύρω απ' αυτήν Τούρκοι έστειλε στις δεκαπέντε του Δεκέμβρη τον Θεοδόση Χειμωνίδη στη Σαντά, τον διέταξε δε να καλέσει γενική συνέλευση των Σανταίων και να τους ανακοινώσει τις κατωτέρω αποφάσεις :
1. Να συστηθεί πενταμελής Επιτροπή Άμυνας της Σαντάς .
2. Η Επιτροπή Άμυνας να συστήσει στο κάθε χωριό και να υποδείξει όσους οπλαρχηγούς ξέρει  ικανούς .
3. Κάθε  Σανταίος από είκοσι έως πενήντα χρόνων είναι υποχρεωμένος να οπλιστεί και
4. Όσοι δεν έχουν όπλα και στολή να κατεβούν στην Τραπεζούντα για να οπλιστούν και να ντυθούν .
Η γενική συνέλευση εξέλεξε πρόεδρο της επιτροπής άμυνας τον Θεοδόση Χειμωνίδη, γραμματέα της επιτροπής τον Γιάννη Κουφατσή, ταμία τον Ισαάκ Κούρτογλου και συμβούλους ,τους Χρήστος Σεβαστίδη και Αβραάμ Καλαϊτζίδη.
Η Επιτροπή εξέλεξε γενικό οπλαρχηγό του Γιάννη Σπαθάρο** και βοηθούς του, τους Αβραάμ Καλαϊτζίδη Χρήστο Σεβαστίδη, Ευκλείδη Κουρτίδη , Γιάννη Ορφανίδη, Γιάννη Ζαχαριάδη και Γιάννη Τριανταφυλλίδη.
Ισχανάντων Σαντάς
 Οι Ισχανανταίοι  έδωσαν στον αρχηγό τους Ευκλείδη και δύο βοηθούς τον Γεώργιο Γωνιάδη  και τον Περικλή Κουφαντσή. Οι Ισχανανταίοι πήραν κατάκαρδα το ζήτημα της διοργάνωσης και πρώτοι αυτοί ενέργησαν την ανόρυξη πολλών χαρακωμάτων στη γραμμή Μωρέν, Κοιλαδί ρακάν και  Αρόξ .
 Τα χαρακώματα αυτά τα φύλαγαν νύχτα μέρα εναλλάξ οι υπερδιακόσιοι   οπλίτες της Σαντάς οι οποίοι εκτός από τα διακόσια οπισθογεμή όπλα( μάλινχερ, μάουζερ, γκρά   κ.λπ.) που απόκτησαν κατά καιρούς, γέμισαν και άδειες μπόμπες  με δυναμίτη και καψούλια που τα είχαν άφθονα  είχαν αυτόματο και μετέτρεψαν τις μπόμπες σε χειροβομβίδες που εκρηγνύονταν με φοβερό κρότο.
 Ύστερα από τη διοργάνωση τους οι Σανταίοι επιχείρησαν να τρομοκρατήσουν τους Τερελήδες για να εξουδετερώσουν τις κακές σκέψεις εναντίον της Σαντάς .
 
 
 
 
*Τέλη του 1917 ιδρύθηκε στην Τραπεζούντα πολιτικό σωματείο. Ιδρυτές αυτού λεγόταν πως ήσαν οι Μητροπολίτες Τραπεζούντας  και Ροδοπόλεως, ο Φίλιππος Χειμωνίδης και ο Νικόλαος Λεοντίδης.

** Ο Γιάννης Σπαθάρος λίγους μήνες μετά την εκλογή του, έκαμε κάποια επιδρομή στα γειτονικά  τουρκοχώρια, όπου κρυολόγησε , άρπαξε πνευμονία και πέθανε πρόωρα

Η Μάχη των Κοπαλάντων

Ο αυτόπτης μάρτυς  Ιωάννης Εφραιμίδης για την μάχη Κοπαλάντων, έγραψε στο 38-39 τεύχος  της  «Ποντιακής Εστίας» τα παρακάτω:
«Ήτο η πρώτη φορά αν δεν απατώμαι που συνεκρούσθησαν οι Σανταίοι κατά μέτωπον πλέον μέ τά γειτονικά τούρκικα χωριά.

Οι Σανταίοι εγνώ­ριζαν πολύ καλά τις προθέσεις καί τό μίσος των γειτονικών χωρίων ότι μέ την πρώτη ευκαιρία πού θά τους έδίδετο θά επετίθεντο εναντίον κυρίως των ακραίων χωρίων της Σάντας, Κοπαλάντων, Φτελέν καί Χαρατσάντων μέ τον άντικειμενικόν σκοπόν την λεηλασίαν των κατοί­κων καί τήν έξόντωσιν των παληκαριών των.
Οι Πρόεδροι των χωριών μας έχοντες συναίσθησιν του κινδύνου πού μάς περίμενε καί πρός ασφάλειαν των κατοίκων ίνα μή μας καταλαμβάνουν οι εισβολείς εξ’ απήνης κατά τήν επίθεσιν των, απεφάσισαν και ίδρυσαν  εις τά περισσότερα χωρία νυκτερινά φυλάκια (καραούλια).  Ένα τέτοιο φυλάκιο ίδρύθη καί στό χωριά Χαρατζάντων πλησίον του Φτελέν και  σε απόσταση 1  1)2 ώρας από το πρώτο τουρκικό χωριό. Το φυλάκιον αυτό εφρουρούσε τον δημόσιο δρόμο από τα τούρκικα χωριά προς τη Σάντα. Τα φυλάκιο αυτό από τα μέσα του Οκτωβρίου 1917  εφρουρείτο τη νύκτα εναλλάξ από παλληκάρια των  χωρίων Ισχανάντων, Πινατάντων και Τερζάντων.     
   ΄Ητο η 25 Ιανουαρίου του 1918 και ώρα 10 1)2 πμ. Αλησμόνητη θα μου μείνει η ημέρα αυτή. Ο ουρανός ήτο κατακάθαρος, χιονισμένα τα πάντα, γαλήνη και ησυχία παρετηρείτο στα χωριό μας  Ισχανάντων και ξαφνικά ηκούσθησαν oι πρώτοι πυροβολισμοί προερχόμενοι από το βάθος του ποταμού.  
Το χωριό μας ανεστατώθη, και οι κάτοικοι έντρομοι ρωτούσαν τι συμβαίνει και συνεκεντρούντο στο καφενείο του χωριού μας. Ο γράφων ευρίσκετο την στιγμήν εκείνην στο καφενείον του Χρυσίονος, οι πυροβολισμοί εξακολουθούσαν να ακούονται.
 Χωρίς να χάσω λεπτόν, και κατά καθήκον εφ' όσον ήμουν οργανωμένος εις την άμυναν των χωρίων μας μπήκα σ' ένα γειτονικό σπίτι (αν ενθυμούμαι καλώς στου Σπυριδόπουλου) ξεκρέμασα το μάλινχερ, το πήρα και έφυγα προς την διεύθυνση του χωρίου Τερζάντων, όπου ήτο και η έδρα του Γενι­κού Οπλαρχηγού Γιάννη Σπαθάρου.
 Εκεί συνήντησα επάνω στον δη­μόσιο δρόμο τον Οπλαρχηγό, τον Θεοδόσιο Χειμωνίδη με τον Γιάννη Τριανταφυλλίδη εκ Πινατάντων και δύο άλλα παλληκάρια εκ του Τερζάντων, των οποίων τα ονόματα δεν ενθυμούμαι, που συζητούσαν πως πρέπει να αντιμετωπισθή ή εκδηλωθείσα επίθεση των Τούρκων,
Χωρίς πολλάς συζητήσεις μαζί με τον Σπαθάρο και τους άλλους εφύγαμε γραμμή δια το Φτελέν και σε χρονικά διάστημα μιας ώρας (ρε­κόρ ταχύτητας) ευρέθημεν αντιμέτωποι των Τούρκων έναντι του χωρίου Κοπαλάντων, όπου έγινε και η επίθεσις.
Από το Φτελέν  ενισχύθημεν και με τρία άλλα παλληκάρια και εν όλω 8 πήραμε μέρος στη μάχη.
Οι Τούρκοι μόλις επληροφορήθησαν την αφιξίν μας από τους πυρο­βολισμούς μας, ήρχισαν γρήγορα να οπισθοχωρούν συναποκομίζοντες  και τα λεηλατηθέντα και κατευθύνονταν ταχέως προς την μεγάλη γέφυρα του Δημοσίου δρόμου του ποταμού Γιάμπολη.
 Εκεί εστράφησαν τα πυ­ρά μας και εκεί υπήρξεν ο τάφος των εισβολέων. Εφονεύθησαν το όλον 14 Τούρκοι και αρκετοί ετραυματίσθησαν.  Μετά την εκδίωξιν των Τούρκων εκ του Κοπαλάντων διαταγή του Οπλαρχηγού εστράφησαν τα πυρά μας εναντίον των δύο χωρίων Αγρίδ και Ισχάν, και από τις σφαίρες μας μετεβλήθησαν σε κόσκινα τα ξύλινα σπίτια των Τούρκων και οι κάτοι­κοι διεσκορπίσθησαν.
Γέφυρα στον Γιάμπολη

Έτσι εξελίχθη η μάχη του Κοπαλάντων και οι Τούρκοι εν τω μετα­ξύ δεν τόλμησαν να κάμνουν νέας επιθέσεις εναντίον μας παρά εκδικού­μενοι την ήτταν των, έστησαν ενέδραν στις 9 Μαΐου του 1918 στις δια­βάσεις του όρους Κιμισλή σε μιά πόστα Σανταίων προερχομένων εκ Τραπεζούντος με προμήθειες και εκεί εφόνευσαν 11 πατριώτες μας».


Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Κτενίδης, ίσον «Ποντιακή Εστία»

Η «Ποντιακή Εστία» υπήρξε το μοναδικό ποντιακό περιοδικό, που επηρέασε όσο κανένα άλλο την εξέλιξη και την προβολή της λαογραφίας, της ιστορίας και, κυρίως, της λογοτεχνίας των Ποντίων.
Εκδόθηκε τον Γενάρη του 1950, με στόχο τη συγκέντρωση και διαφύλαξη των ιστορικών και λαογραφικών θησαυρών των Ποντίων.
Για το θέμα αυτό, εξέχοντες Πόντιοι, εκλεκτοί συνεργάτες του περιοδικού, γράφουν:

Ο Στάθης Αθανασιάδης - Γεροστάθης, στον «Απολογισμό μιας τριετίας» της «Ποντιακής Εστίας», το 1953: «Εγώ τουλάχιστον, παίρνοντας τα προηγούμενα ποντιακά περιοδικά, που ύστερα από ένα χρονικό διάστημα έπαψαν να εκδίδονται ή άλλα που φυτοζωούν, νόμιζα πως και η ‘Ποντιακή Εστία’ θα ’σβήνε σύντομα, για να παραχωρήσει τη θέση της σε κάποιο άλλο περιοδικό. Το οικονομικό προπάντων ζήτημα ήταν κατά τη γνώμη μου ο σκόπελος, πάνω στον οποίο η ‘Ποντιακή Εστία’ ήθελε προσκρούσει και συντρίβει. Πόσο όμως βγήκα γελασμένος ...».


Στάθης Αθανασιάδης
 - Γεροστάθης
Ο ίδιος ο Αθανασιάδης ανέφερε το 1963 στον επικήδειο του για τον θάνατο του Κτενίδη:
«Ανήσυχος νοσταλγός και οραματιστής, εκδίδει το 1950 το λαογραφικό περιοδικό της Βορεινής Ελλάδας, την ‘Ποντιακή Εστία’, όταν τα έντυπα του είδους αυτού, της πλατιάς δηλαδή λαϊκής κυκλοφορίας, είχαν σιωπήσει, από καιρό, στην Αθήνα.
 Συγκεντρώνει γύρω του και τους κορυφαίους Ποντίους λαογράφους των Επαρχιών, της Αθήνας, επιτυγχάνει συνεργασίες των Πανεπιστημίων μας. Και σύντομα η ‘Ποντιακή Εστία’ ανεβαίνει σε περιωπή. 
Στις σελίδες της βρίσκουν θεραπεία του νοσταλγημένου ψυχικού, ηθικού και εθνικού τους κόσμου χιλιάδες Πόντιοι πρόσφυγες. Αλλά και ποικίλες ιστορικές πληροφορίες και επιστασίες θετικές, από τη συνολική ζωή των πατέρων τους - μέσα στην ιστορική διαδρομή τριάντα αιώνων. 
Εξέχουσα θέση μέσα στο περιοδικό κατέχουν πεζογραφήματα του διευθυντή του. Ιστορικά, κοινωνικά, έργα θεατρικά. Και λαογραφικά σε μορφή εύθυμου διαλόγου και περιγραφής — σε γλωσσικό ιδίωμα ελληνοποντιακό — όπως είναι ο "Βέβαιας" και η "Καρτερή". Και ποιήματα ολκής και αξίας ως είναι "Ο θάνατος τη Δήμο" κ. ά., με κορωνίδα και απαρχή την περιλάλητη ελεγεία "Η καμπάνα του Πόντου" - λόγος ποιητικός, προορισμένος να ζήσει. 
Ο Φίλων είναι ορμητικός πατριώτης και πατριδολάτρης. Δεν πρόκειται καθαυτό για την έκδοση ενός λαογραφικού περιοδικού. Πρόκειται για κάτι άλλο.
 Με πόνο ο στοχαστής - εκδότης βλέπει ότι και η ποντιακή κοινωνία αργά, ναι, οπωσδήποτε όμως παίρνει τη ροπή προς τη γνωστής ξενική -διαφοροποίηση και σύγχυση. Και ανασκουμπώνεται και αποβλέπει με πάθος, ν’ αναστυλώσει τις αρχαιόπρεπες, τις χτεσινές της παραδόσεις, όσες γόνιμες, όσες βιώσιμες, όσες άξιες, τα ήθη της ποντιακής πατρίδας, όσα πρόσφορα για μιαν ανόρθωση ανανεωτική και φυσιολογική εξέλιξη και στερέωση. Με το λόγο - ναι. Διότι "ο λόγος είναι μαγεία". Και μοχθεί.
Και μεταβάλλεται σε ασκητή του Γραφείου του (ο Φίλων Κτενίδης), μακρυά από κοινωνικές συντροφιές. Μόνος του - για χρόνια - άγρυπνος ερευνητής, κριτής και ρυθμιστής ύλης, διορθωτής τυπογραφικών δοκιμίων και φύλλων. Μεσάνυχτα περνούν. Έως τη 2η ή 3η πρωινή ώρα αγωνίζεται με την πένα στο χέρι.
 "Αντλεί εις πίθον Δαναΐδων"’;
 Στάθηκε ανεδαφικός; 
Όχι. Δεκατέσσερα χρόνια περνούν και η ‘Ποντιακή Εστία’ - άθλος διάρκειας χρονικής - αποτελεί σήμερα (το 1963) ένα θησαυρό και έναν κώδικα λαογραφικής, ιστορικής, εθνολογικής και γλωσσολογικής ύλης.
Που συγκίνησε και πότισε χορταστικά το δένδρο του πατρογονικού ήθους. Και επηρέασε τις σύγχρονες γενεές. Έδωσε αυτοεπίγνωση και συνείδηση του ‘είναι’ του στον Ελληνοποντιακό κόσμο. Και ενέγραψε υποθήκη αναμετάδοσης στις ερχόμενες γενεές του. Μεθαύριο οι τόμοι του περιοδικού θα κινούν την ευγενική περιέργεια, θα συγκινούν, θα οδηγούν, θα επηρεάζουν τους κουρασμένους από την αροθυμία και το ηθικό χρέος επιγόνους ...».


Η επίσημη αναγνώριση των πνευματικών μόχθων του Φίλωνα Κτενίδη ήρθε πανηγυρική και επίκαιρη. Το 1956, η Ακαδημία Αθηνών βράβευσε την «Ποντιακή Εστία». Χωρίς, ποτέ, να το επιδιώξει ο ίδιος προσωπικά.


Για τον Φίλωνα Κτενίδη γράφει ο Ευριπίδης Χειμωνίδης: "... Υπήρξε από τα εκλεκτότερα παιδιά της ευρύτερης οικογενείας του ο Φίλων, και την ετίμησε πολύπλευρα, σαν γιατρός, σαν λογοτέχνης, σαν κοινωνικός παράγων, όσο σπάνια μπορεί να τιμήσει τον τόπο της καταγωγής του ένας άνθρωπος. Μα δοκίμασε και πικρίες τόσες - αυτη είναι, συχνά, η μοίρα των εκλεκτών και των δυνατών - από την οικογένειά του τη μεγάλη, όσο επίσης σπάνια μπορεί να πικραθεί κανείς... 
Ποτέ δεν είχε εκφράσει το παράπονό του για την αχαριστία ενός κόσμου, τον οποίον αυτός εσήκωσε ψηλά και τοποθέτησε εκεί που πρέπει ... Δεν εξέφρασε ποτέ το παράπονό του ο Φίλων Κτενίδης. Γιατί ήταν πάντα κι έμεινε ως την τελευταία του στιγμή ένας ‘άρρωστος’ νοσταλγός και ‘άρρωστος’ οραματιστής, που δεν ζούσε, παρά μόνον με το παρελθόν και δεν έβλεπε, παρά μονάχα το μέλλον. 
Το παρόν για τον Φίλωνα δεν είχε άλλη αξία από τον μετρημένο χρόνο, που θα μπορούσε να συνδέσει το τι ήμασταν, το τι είχαμε και τι πιστεύαμε, με το τι οφείλουμε να δημιουργήσουμε, σαν ηθική για όλους μας. Και σ’ αυτό είχε αφιερώσει όλη τη ζωτικότητα, την καταπλήσσουσα ζωτικότητα που τον διέκρινε και την ακάματη δραστηριότητά του ...."

Ο Κανδηλάπτης με την σύζυγο του Αγγελική
«Ήτο μέγας», λέει ο Γεώργιος Κανδηλάπτης.
Ο Γεώργιος Κανδηλάπτης - Κάνις τονίζει, μεταξύ άλλων, για τον Κτενίδη: «... Ήτο μέγας και εφάμιλλος των μεγάλων εκείνων ανδρών Κωνσταντίνου Ξανθοπούλου, Περικλεους Τριανταφυλλίδου, Γεωργίου Κ. Παπαδόπουλου του Κυριακίδου, Ανδρέου Σιμώνωφ, Ηλία Κωνσταντινίδου, Κωνσταντίνου και Αριστείδου Ιεροκλέους και τόσων άλλων οίτινες ετάξαντο εαυτούς εις την εξύψωσιν λόγω τε και έργω του Ελληνισμού του Πόντου και εν αυτή τη Ελλάδι δια την συνεκτικότητα και εμπέδωσιν της εκεί Εθνικής Ποντιακής Ιδέας ...». Και θεωρεί ο Κανδηλάπτης ότι ο Κτενίδης χρησιμοποίησε "τρία σωτήρια μέσα ... δια να συνενώση τους απανταχού Ποντίους εις μίαν ψυχήν και καρδίαν ...». 
Δηλαδή την ανιστόρηση της μονής της Παναγίας Σουμελά στο Βέρμιο, την έκδοση για δεκατέσσερα χρόνια του περιοδικού «Ποντιακή Εστία» και τα θεατρικά του έργα, «... τα οποία ανεπτέρωσαν το πατριωτικόν αίσθημα και τον προς τον Πόντον της νέας γενεάς νόστον και αγάπην" .

Παναγιώτης Τανιμανίδης: «Θα προβάλει πάντα μπροστά μας»
Ο Παναγιώτης Τανιμανίδης υπογράμμισε: «Κάθε φορά που θα μνημονεύουμε τ’ όνομά του, κάθε φορά που από βιολογική ανάγκη θα κάνουμε αναδρομή στο παρελθόν και θα νοσταλγούμε τη γενέτειρά μας και, κάθε φορά που θα ερχόμαστε εδώ ψηλά, προσκυνητές της Παναγίας Σουμελά, στον καθρέφτη της μνημοσύνης μας θα αντικατοπτρίζεται ο Φίλων Κτενίδης, ο βάρδος της Ποντιακής Μούσας, ο δυνατός και παραστατικός ζωγράφος του μοιραίου ξεκληρίσματος, σωστός Ιερεμίας των ερειπίων και της τραγικής συμφοράς του Ποντιακού Ελληνισμού και των ελληνικών περιοχών του μαρτυρικού Πόντου,
που δεν το χωρούσε το μυαλό του πως ήταν δυνατόν να τις εγκαταλείψουν οι Πόντιοι, και γιαυτό μοιρολογώντας λέει ικετευτικά: ‘Θεέ μ’, ποίσον με ΐντιαν θέλτς ... μόνον σον τόπο μ’ άφ’ς με». 
Τέτοιος ήταν και σαν τέτοιος θα προβάλει πάντα μπροστά μας ... ηγέτης και φάρος, που θα φωτίζει την πορεία των μελλούμενων ποντιακών γενεών για τη διάσωση των ηθών και των εθίμων, για την περίσωση της λαογραφίας μας, για την καλλιέργεια και τη λατρεία της λογοτεχνίας, για την ολοκλήρωση ενός μεγάλο έργου, που άρχισε, για έργα εθνοφελή και θεάρεστα ...»

«Εθνικός ποιητής των Ποντίων», λέει ο Ιωακείμ Σαλτσής
Ο Ιωακείμ Σαλτσής σημειώνει στο τέλος της σύντομης βιογραφίας του Φίλωνα Κτενίδη: «Ο Φίλων Κτενίδης, με τον έμφυτο αλτρουϊσμό του, με το δυναμισμό του τον δημιουργικότατο και ενεργητικό σε κλίμακα παμποντιακή, με τις νοσταλγίες και τους αγνούς οραματισμούς και τις πραγματώσεις του, καταξιώθηκε τον χαρακτηρισμό του Πρωτομάστορα στην ανασυγκρότηση της παλαιάς και νέας ζωής του ποντιακού κόσμου, έλαβε δικαίως τον τίτλο του μεγάλου Εθνικού ποιητή των Ποντίων, κατατάχθηκε, μέσα στη συνείδηση των πνευματικών μας ανθρώπων και του ποντιακού κόσμου, στη χορεία των μεγάλων τέκνων του Πόντου. 
Κάθε φορά που θα χτυπά η καμπάνα της ‘Παναγίας Σουμελά’-η καμπάνα του Πόντου - θα διαλαλεί και θα σαλπίζει στους αιθέρες το όνομα ‘Φίλων Κτενίδης’. Περιτυλιγμένος με αίγλη, εγκαθίδρυσε, με το έργο του, την αιωνίαν και αγέραστη μνήμη μεταξύ των ποντιακών γενεών και των επιγόνων στον αιώνα».                                                        



Ξενοφών Άκογλου :" Φλέβα ποιητική"

«Ο Φίλων Κτενίδης έχει, αναμφισβήτητα, φλέβα ποιητική, έχει φαντασία», λέει ο Ξενοφών Άκογλου (Ξένος Ξενίτας). «Κ’ έχει τον τρόπο να μας μυήσει στο θείο χάρισμα που κατέχει, με αλληγορίες, με μεταφορές και εμπνευσμένες. Πρόσθετο προτέρημα του στίχου του στίχου του
είναι και η καθαρότητα, η διαφάνεια, που όταν αποξεχνιέσαι διαβάζοντας, νομίζεις πως έχεις μπροστά σου δημιουργίες λαϊκές, δίχως καμιάν εκζήτηση και επιζήτηση της ομοιοκαταληξίας».