Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Η Σαντά του Πόντου.

Η αμιγής ελληνική κωμόπολη Σαντά βρισκόταν Ν.Α. της Τραπεζούντας 50 χιλιόμετρα μακριά απ’ αυτή. Είχε βουνά ψηλά με βράχους, με γκρεμούς, με σπηλιές, με βαθιές χαράδρες και δάση απέραντα.
Είχε και μαγευτικά οροπέδια, όπου βρίσκονταν τα παρχάρια των Σανταίων. Τα κεντρικά χωριά της Σαντάς βρίσκονταν σε υψίπεδο 1500-1800 μέτρων και τα βουνά της είχαν ύψος 2300 - 2900 μέτρων.
Η Σαντά πολιτικά υπαγόταν στην υποδιοίκηση Τορούλ (Άρτασα), και θρησκευτικά στην Μητρόπολη Ροδόπολης.
Ήταν μακριά από το Τορούλ έως 80 χιλιόμετρα, και από την Μητρόπολη που είχε την έδρα της στη Λιβερά 30 χιλιόμετρα.

Έκταση, πληθυσμός, ενορίες, εκπαίδευση.
Η Σαντά είχε σχήμα τετράγωνο με μάκρος 20 χιλιόμετρα απ’ το Τάσκιοπρι ως το Κοπαλάντων, και με πλάτος 10 χιλιόμετρα απ’ το Κιμισλή ως το Κωφολίβαδο. Το όλο είχε έκταση 200 τ. χιλιόμετρα.
Η Σαντά στα τελευταία χρόνια ήταν κατοικημένη από 1000 περίπου οικογένειες με πληθυσμό 5.οοο ψυχών σύμφωνα με την επίσημη απογραφή του 1905. Σχηματιζόταν από 7 κεντρικές ενορίες, από τα 5 παραρτήματα των Φτελενίων και από μερικούς άλλους μικρούς οικισμούς.

Οι 7 ενορίες ήσαν:

1)  Πιστοφάντων (πριν λεγόταν Θοδωράντων) με 300 οικογένειες και 1500 κατοίκους. Είχε εκκλησία του Άγιου Χριστόφορου και δημοτικό σχολείο με εφτά τάξεις και τρεις δασκάλους.
Αγία Κυριακή Ισχανάντων

2) Ισχανάντων (πριν λεγόταν Λιμνία) με 250 οικογένειες και 1250 κατοίκους. Είχε εκκλησία της Αγίας Κυριακής με ωραίο καμπαναριό που το ανατίναξαν οι Τούρκοι με δυναμίτιδα το 1921, δημοτικό σχολείο με οχτώ τάξεις και πέντε δασκάλους, και Παρθεναγωγείο με 5 τάξεις και 2 δασκάλες.

3) Τσακαλάντων με 50 οικογένειες καί 250 κατοίκους. Είχε εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής και δημοτικό σχολείο με τρεις τάξεις και έναν δάσκαλο.

4) Πινατάντων με 70 οικογένειες και 350 κατοίκους. Είχε εκκλησία του Προφήτη Ηλία και δημοτικό σχολείο με τέσσερις τάξεις και έναν δάσκαλο.

5) Τερζάντων (πριν λεγόταν Γιαννάντων) με 150 οικογένειες και 750 κατοίκους. Είχε εκκλησία του Αγίου Θεοδώρου και δημοτικό σχολείο με έξι τάξεις και δυο δασκάλους.

6) Κοζλαράντων με 60 οικογένειες και 300 κατοίκους. Είχε εκκλησία του Άγιου Πέτρου και δημοτικό σχολείο με τέσσερις τάξεις και έναν δάσκαλο.
Αγιος Κωνσταντίνος- Ζουρνατζάντων

7)  Ζουρνατσάντων με 120 οικογένειες και 600 κατοίκους. Είχε δύο εκκλησίες του Άγιου Κωνσταντίνου και του Αϊ Γιώργη, και δημοτικό σχολείο με έξι τάξεις και δυο δασκάλους.

Τα παραρτήματα ήσαν:
1. Το τρανόν το Φτελέν με 10 οικογένειες.
2. Τα δώδεκα Αλάτια με 40 οικογένειες. Είχε εκκλησία της Υπαπαντής του Χριστού και δημοτικό σχολείο με 4 τάξεις και έναν δάσκαλο.
3. Κοπαλάντων με 30 οικογένειες, Είχε εκκλησία του Άγιου Χαράλαμπου και δημοτικό σχολείο με 3 τάξεις και έναν δάσκαλο.
4. Χαρατσάντων με 20 οικογένειες. Είχε εκκλησία του Αγ. Σπυρίδωνα.
5. Αλιάντων με 10 οικογένειες και εκκλησία του Άγιου Κωνσταντίνου.
Ο πληθυσμός των παραρτημάτων αυτών είχε την καταγωγή του από τις 7 κεντρικές ενορίες, και κατά το 1905 πήρε μέρος στην απογραφή των κεντρικών ενοριών. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τους μικρούς οικισμούς οι οποίοι ήσαν:
1) Το Παϊράμ με 2 οικογένειες.
2) Το Χαντσάρ με 2 οικογένειες.
3) Το Παύλ με 3 ομογένειες
4) Το Φτελέν τη Χαπιάρ με 5 οικογένειες.
5) Τό Γιαννιτσάντων με 3 οικογένειες. Το Γιαννιτσάντων και το Χαντσάρ δεν ήσαν συνεχώς κατοικημένα.
Ισχνάντων- Πινατάντων- Τερζάντων

Εξωκκλήσια
1. Το εξωκλήσι του Άγιου Θεόδωρου υπεράνω του Ισχανάντων στην κορυφή του βουνού.
2. Το εξωκλήσι του Άγιου Πνεύματος προς τα κάτω του δρόμου που οδηγεί απ’ το Ισχανάντων στα οροπέδια.
3. Το εξωκλήσι του Αγ. Παντελεήμονα κοντά στην ενορία Πιστοφάντων.
4. Το εξωκλήσι του Άγιου Θεόδωρου στους Μιντσινάδες του Πιστοφάντων.
5. Το εξωκλήσι του Άγιου Παύλου στο Τάσκιοπρι.
6. Το ερειπωμένο εξωκλήσι των Αγίων Αποστόλων στο όρος Ζιαρέτ ταγ.
7. Το ερειπωμένο εξωκλήσι της Ανάληψης με το μεταλλικό του νερό (αγίασμα) αντίκρυ στης Σπυριδίνας το γίρτ.
8. Άλλο ερειπωμένο εξωκλήσι της Ανάληψης στο Πιστοφάντων.
9. Το εξωκλήσι της Αγ. Κυριακής στη θέση Κερχανάδες.
10. Το εξωκλήσι της Μεταμόρφωσης στην ενορία Τερζάντων.
11. Το εξωκλήσι της Κοίμησης της Θεοτόκου κοντά στην ενορία Πιστοφάντων.
12. Το εξωκλήσι του Αγ. Θεόδωρου του Μαρέτα πέραν του ποταμού Γιάμπολης αντίκρυ στην ενορία Τερζάντων.
13. Το εξωκλήσι του Αϊ Γιάννη κατά τον δρόμο των Φτελενίων.
14. Το εξωκκλήσι του Αϊ Γιώργη κοντά στην ενορία Ισχανάντων. Τα τρία τελευταία εξωκλήσια βρίσκονταν σε μαγευτικές τοποθεσίες.


Ελία Καζάν

Ο παγκοσμίου φήμης Έλληνας σκηνοθέτης του θεάτρου και του κινηματογράφου Ελία
Καζάν γεννήθηκε τον Σεπτέμβρη του 1909 στην Καισάρεια της Καππαδοκίας και πέθανε στις 28 Σεπτέμβρη του 2003 στη Νέα Υόρκη.
Το πραγματικό του όνομα ήταν Ηλίας Καζαντζόγλου. Ήταν ο σκηνοθέτης που ανέδειξε τον Μάρλον Μπράντο και τον Γουόρεν Μπίτι. Συνέβαλε στην καθιέρωση της προσέγγισης του ηθοποιού με βάση τη μέθοδο, που είχε αναπτύξει ο Ρώσος θεατράνθρωπος Κωνσταντίν Στανισλάβσκι. Ο Καζάν οδήγησε 21 ηθοποιούς στις υποψηφιότητες του βραβείου όσκαρ. Ξεκίνησε την καριέρα του ως ηθοποιός στο θέατρο Group Theatre όπου παρέμεινε στη περίοδο 1932-1939. Το 1942 μεταπήδησε στη σκηνοθεσία παρουσιάζοντας τη πρώτη του παράσταση «Με τα δόντια» του Θόρντον Γουάιλντερ. Έκτοτε άρχισε να ανεβάζει με αυξανόμενη επιτυχία έργα διάσημων Αμερικανών συγγραφέων.
Το 1945 άρχισε να «γυρίζει» ταινίες όπου και έγινε διάσημος στο Μπροντγουέι, σκηνοθετώντας, ανάμεσα σε άλλα, τα έργα «Ένα δένδρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν» (1945), «Το μεγάλο κατηγορώ» (1946), «Συμφωνία Κυρίων» (1947), «Λεωφορείον ο πόθος» (1951), «Βίβα Ζαπάτα» (1952), «Το λιμάνι της αγωνίας» (1954), «Ένα πρόσωπο στο πλήθος» (1957), «Άγριο ποτάμι» (1960), «Ο θάνατος του εμποράκου», "Ανατολικά της Εδέμ",το «Αμέρικα, Αμέρικα» και «Λυσσασμένη Γάτα».
Τιμήθηκε με δύο βραβεία «όσκαρ σκηνοθεσίας για τα έργα Συμφωνία Κυρίων και Το Λιμάνι της Αγωνίας, ενώ ήταν τρεις φορές υποψήφιος για τα έργα Λεωφορείον ο πόθος, Ανατολικά της Εδέμ και Αμέρικα, Αμέρικα, αντίστοιχα. Το 1999 η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου του απένειμε τιμητικό οσκαρ για το σύνολο του έργου του. Ο Ηλίας Καζάν μαζί με τον Λη Στράνσμπεργκ ίδρυσαν τη περίφημη δραματική Σχολή Actor’s Studio.
Η μαύρη σελίδα στην καριέρα του ήταν η συνεργασία του το 1952 με την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων, κατά την οποία κατέδωσε συναδέλφους του ως κομμουνιστές (βλ. Μαύρη Λίστα του Χόλυγουντ).

Ο Ελληνικός τύπος στον Πόντο.

Ώθηση στην ίδρυση συλλόγων και την έκδοση εντύπων έδωσε το 1856 το διάταγμα χάτι χουμαγιούν, που εξέδωσε ο σουλτάνος Αβδούλ Μετζίτ, ύστερα από τις πιέσεις των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας και Ιταλίας. Το χάτι χουμαγιούν όριζε στο άρθρο 8: Επειδή πάσαι αι θρησκείαι θα εξασκώνται ελευθέρως εν τοις κράτεσί μου, ουδείς υπήκοος της αυτοκρατορίας μου θα στενοχωρηθή εν τη εξασκήσει της θρησκείας ήν πρεσβεύει, κατ’ ουδένα δε τρόπον θα ενοχληθή ένεκα τούτου.
Οι θρησκευτικές ελευθερίες, που όριζε το σουλτανικό διάταγμα, συνεπάγονταν και αρκετές ατομικές ελευθερίες, καθώς και πολιτικές, μέσα στις οποίες ήταν και η ίδρυση συλλόγων, σωματείων, καθώς και η έκδοση εντύπων. Μετά την ίδρυση του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως, το 1861, οι Έλληνες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας άρχισαν να ιδρύουν συλλόγους, σωματεία, ενώσεις, αποβλέποντας στην πνευματική τους καλλιέργεια και την εξύψωση του εθνικού τους φρονήματος.
Ο Στέφανος Κουμανούδης σημειώνει ότι συλλογομανία είχε κυριεύσει τους Έλληνας τας τελευταίας δεκαετηρίδας μετά την του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου της Κωνσταντινουπόλεως σύστασιν. Σε σχετική μελέτη της, η Τατιάνα Σταύρου ονομάζει τον σύλλογο αυτόν Το Υπουργείον Παιδείας του αλύτρωτου ελληνισμού (Αθήνα, 1967).
Στις 26-12-1871, στην τελευταία συνεδρίαση του Δ. Σ. του Συλλόγου των Φιλομαθών Τραπεζούντος «Ξενοφών», εκλέχθηκε το προεδρείο του για τη νέα (2η) περίοδο. Πρόεδρος επανεκλέχθηκε ο Γεώργιος Ευθυβούλης, αντιπρόεδρος ο Θεόδωρος Χατζηευθυμίου Γραμματικόπουλος (εκδότης το 1880 του περιοδικού Εύξεινος Πόντος και του επίσης περιοδικού, το 1884, Αστήρ του Πόντου), γενικός γραμματέας ο Χριστόφορος Μακρίδης, ειδικός γραμματέας — επιμελητής της βιβλιοθήκης του συλλόγου και διευθυντής του αναγνωστήριου ο Στυλιανός Περσείδης και ταμίας ο Ιωάννης Σωκράτης. Για την εκλογή ψήφισαν 13 διοικητικοί σύμβουλοι.
Σύμφωνα με τη λογοδοσία του δ. σ. του Συλλόγου των Φιλομαθών Τραπεζούντος «Ξενοφών», που διάβασε ο Θεόδωρος Χατζευθ. Γραμματικόπουλος στις 12-3-1872, το 1871, μεταξύ των άλλων εξόδων, ο σύλλογος δαπάνησε και 940,50 γρόσια εις περιοδικά και εφημερίδας.
Από τον απολογισμό, που έκανε στις 2-1-1873, στην Κερασούντα, για τη Μετοχική Τράπεζα Οι δε κερδίσαντες αριθμοί θέλουσι εγγραφή άμα τη απαγγελία εις τας διαφόρους στήλας της αιθούσης ταύτης και εν τη αγορά, προς δε δημοσιευθή και δια των εν Κωνσταντινουπόλει φιλομούσων και πάνυ προθύμως διατιθεισών τας στήλας των υπέρ των καλών εφημερίδων «Νεολόγου» και «Κωνσταντινουπόλεως» και του περιοδικού «Μέντορος», ίνα οι εν τω εξωτερικώ μετασχόντες εφοδιάσωσι τους αριθμούς των προς τους εφόρους...
Πόντος, ο διευθυντής της Δημήτριος Κ. Κωνσταντινίδης (Είναι το 5ο έτος λειτουργίας της), συμπεραίνεται ότι τυχόν ελληνικό έντυπο, που εκδιδόταν το έτος εκείνο στον Πόντο δεν κυκλοφορούσε σε άλλες περιοχές ή και ότι δεν εκδιδόταν κανένα έντυπο στον Πόντο, αφού υπήρχε η ανάγκη να τοιχοκολληθούν ανακοινώσεις, χωρίς να γίνεται λόγος για κάποιο, έστω, έντυπο. Ανέφερε, συγκεκριμένα, ο Δ. Κ. Κωνσταντινίδης στο σημείο της λογοδοσίας του για δημοσίευση των αριθμών που κέρδισαν στο λαχείο της τράπεζας:
Αυτή υπήρξε η αρχή. Στη συνέχεια, το ενδιαφέρον των Ποντίων για τα έντυπα έλαβε διαστάσεις, με αποτέλεσμα, στις αρχές του 20ού αιώνα να κυκλοφορούν εφημερίδες και περιοδικά σχεδόν σε όλες τις μεγάλες πόλεις του Πόντου.
Πολύ μεγαλύτερο ήταν το ενδιαφέρον των Ποντίων για τα έντυπα αμέσως μετά την αναγκαστική ανταλλαγή των πληθυσμών. Ήδη, το 1923 κυκλοφόρησαν οι πρώτες εφημερίδες των Ποντίων (πρώτη με τίτλο «Πόντος») και το 1928 εκδόθηκε από τη νεοσυσταθείσα τότε (1927) Επιτροπή Ποντιακών Μελετών το ετήσιο περιοδικό σύγγραμμα «Αρχείον Πόντου», το οποίο συνεχίζει την έκδοσή του και την πολύτιμη προσφορά του στην ιστορία και τον πολιτισμό του Ποντιακού Ελληνισμού.
Βέβαια η έκρηξη στην έκδοση εντύπων των Ποντίων ήρθε μετά το 1950, τότε που εκδόθηκε το μηνιαίο περιοδικό «Ποντιακή Εστία». Σήμερα, τα περισσότερα έντυπα των
Ποντίων βγαίνουν από ερασιτέχνες, γιαυτό και παρουσιάζουν πάμπολλες ελλείψεις. Εξαίρεση αποτελούν, οι εφημερίδες «Εύξεινος Πόντος» (θέλουμε δεν θέλουμε, θα πρέπει να το παραδεχτούμε ότι πρόκειται για τη σοβαρότερη επαγγελματική προσπάθεια στον χώρο των ποντιακών εφημερίδων), «Οφίτικα Νέα» των Ποντίων Ν. Τραπεζούντας Πιερίας, «Αργοναύτης» της Ευξείνου Λέσχης Βέροιας, «Ποντιακή Φωνή» των Ποντίων Άνω Λιοσίων Αττικής, «Ρωμανία» της Ένωσης Ποντίων Πιερίας τα περιοδικά «Ποντιακή Εστία», «Ποντιακό Βήμα» Κοζάνης και «Ποντιακή Λύρα» Χαϊδαρίου (από την οποία, όμως, λείπουν κείμενα για την ιστορία και τον πολιτισμό των Ποντίων).


Πάνος  Καϊσίδης
Δημοσιογράφος- Συγγραφέας
     







Απο την ατύπωτη μελέτη περίπου 700 σελίδων....

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Λαϊκή Ιατρική στη Σαντά του Πόντου

Ηλίαση
"Εσέβεν ό ήλον σο κιφάλν άτ" έλεγαν για εκείνον που έπαθε ηλίαση.
Έβρεχαν πανιά με ξύδι ή γιαούρτι και τύλιγαν το κεφάλι. Αν καίονταν τα χέρια ή το πρόσωπο από τον ήλιο, τα άλειφαν με θόγαλα.


Πιστοφάντων  (Ερείπια σχολείου)
Ίκτερος - Σαριλούχ
Πότιζαν τον άνθρωπο τρία πρωϊνά κάτουρο που είχε μείνει τη νύχτα στο ύπαιθρο (αγιάζ). Χάραζαν τη φλέβα του χαλινού της γλώσσας για να τρέξει λίγο αίμα. Χάραζαν και ανάμεσα στα φρύδια για τον ίδιο λόγο. Τα βρέφη τα έλουζαν με νερό μέσα στο οποίο είχαν ρίξει δακτυλίδι ή άλλο πράγμα χρυσό. Έβραζαν κίτρινα άνθη και τα πότιζαν.

Ιλαρά - Λοιμική
Αδελφή της νεροβράσας και της βράσας, γιατί ακολουθούσαν ή μια την άλλη. Δεν ήταν  χωρίς κίνδυνο. Βήχας, πυρετός, κόκκινα μάτια ήσαν τα συμπτώματά της. Έδιναν στα παιδιά ζεστά για να ιδρώσουν και «να κρούγνε έξ την αρρώστεια» να βγουν έξω τα  εξανθήματα.

Καλόγερος - Μεδέντ
Για να ωριμάσει έψηναν στη χόβολη φύλλο κρεμμύδι μέσα στο οποίο έχυναν μερικές σταγόνες λάδι. Για να ξεπρησθεί και φύγει ο πυρετός, έκαναν ζυμάρι από καλαμποκίσιο αλεύρι και γιαούρτι και τύλιγαν τον καλόγερο. Αν δεν άνοιγε μοναχός του τον άνοιγαν με ξυράφι. Έπειτα έβαζαν σαπούνι, λαχανόφυλλο, οφιδί γλωσσίτα (στενό πεντάνευρο).

Κάταγμα - Τσάκωμαν
Εσιαζαν τα σπασμένα κόκαλα, τα τύλιγαν με ζυμάρι από σιταρένιο αλεύρι και ασπράδι αυγού. Για να γίνει το δέσιμο στερεό και ακίνητο το σπασμένο μέρος, το τύλιγαν με 3 ή περισσότερα χαρτώματα (λεπτά σανιδάκια, πέταυρα).

Κάψιμο
Εβαζαν πάνω στην πληγή λάδι με ασβέστη και αργότερα σελόφυλλο.


Κέντρισμα - Σκεντρίαγμαν
Έτριβαν το μαχαίρι πάνω στο κεντρισμένο μέρος. Έκαναν λάσπη από χώμα αδούλευτο και γιαούρτι και τύλιγαν το μέρος.

Κοιλόπονος η Κοιλοπονίον - Σαντζή
Έβαζαν τα πόδια του άρρωστου σε ζεστό νερό για να ιδρώσει. Τοποθετούσαν κουκούμ (χαλκωματένια στάμνα) με ζεστό νερό στην κοιλιά του, σαν θερμοφόρα. Αν ο πόνος ήταν κατά διαλείμματα τον έδιναν να πιει ρακί Τον έδιναν ζεστά και τον κάθιζαν πάνω σε καζάνι με βραστό νερό. Εκείνοι που ήξεραν ότι  ο πόνος έρχεται τακτικά, και σε ορισμένο μέρος, πάντοτε (σκωληκοειδίτιδα), έβαζαν στο μέρος αυτό κρύα ποταμί λαλάτσια (στρογγυλές πέτρες). Πόσοι όμως δεν πέθαναν, γιατί έχοντας σκωληκοειδίτιδα έκαναν αντίθετη θεραπεία. Τα μικρά παιδιά τα βαστούσαν από τα πόδια κατακέφαλα και τα τίναζαν. Τα ξάπλωναν μπρούμυτα και σήκωναν το  δεξιό πόδι και το αριστερό χέρι, και το αριστερό πόδι και το δεξιό χέρι.

Κοκκύτης - Κοκκίτζος
Η διάγνωσή του  ήταν εύκολη από το χαρακτηριστικό βήχα. Γιατρικά δεν υπήρχαν. Δίαιτα, οχι σκληρές τροφές που δυναμώνουν το βήχα και πνίγουν το παιδί, προφύλαξη από κρύο.

Κριθαράκι - Κουρθαρίτζα
Αν ήταν μακρουλό το έδεναν στη βάση με μεταξωτή κλωστή· ατροφούσε και σιγά σιγά εξαφανιζόταν. Είχαν την πρόληψη ότι εκείνος που το έφερε ή ο γονιός του θα κέρδιζε χρήματα.

Κρυολόεμαν
Όταν είχε πυρετό, έβαζαν στο κεφάλι του πανιά βρεμένα στο ξίδι. Ή κοπάνιζαν αλάτι και σκόρδα, ανακάτωναν με ξίδι ή γιαούρτι και τύλιγαν το κεφάλι. Αν δεν του περνούσε, έλεγαν  «ετσιάλεψεν άτον η χαβά» .
Αν δεν σταματούσε ο βήχας έβραζαν ένα καζάνι νερό, το τοποθετούσαν μπροστά στον άρρωστο, τον κουκούλωναν με πάπλωμα  και από καιρού σε καιρό πετούσαν στο καζάνι μια κεραμίδα ζεστή για να βγει περισσότερος ατμός, που από τα ρουθούνια και το στόμα έμπαινε στο  εσωτερικό του.
Είσοδος Πιστοφάντων

Κωλικοί - Ανεμοφάρμακον
Αν ήσαν δυνατοί, έλεγαν, ερούξεν η τσίπα τ’ (ο ομφαλός έπαθε πτώση) έπαιρναν πήλινο δοχείο, σκουτέλ αντί βεντούζα και το έβαζαν πάνω στον ομφαλό, αφού  τον ζουλουσαν λίγο. Μοναδικό φάρμακο ήταν το πατζεΐρ.

Λειχήνες - Μούτσας
Έκαναν γύρω μια γραμμή με μελάνη, και μέσα τα γράμματα Ι.Χ.Ν. Ιησούς Χριστός νικά, έριχναν στο φούρνο που άναβε αλάτι, βλέποντας προς το αντίθετο μέρος. Άλειφαν  την μούτσαν με το γάλα της γαλαχτίτας.

Λόξυγγας - Λούγξιγμαν
Χτυπούσαν στη ράχη του ελαφρές γρο9ιές. Έλεγαν ενα ψέμα σε βάρος του. Αν ξεγελιόταν και συγκέντρωνε αλλού την προσοχή του, γλύτωνε από το λόξυγγα.

Μέθη
Τον έδιναν καφέ σκέτο. Έχυναν νερό θερμό "σ’ άσκεμα τα κρέατα" (γεννητικά όργανα).

Μυρμηκιά - Κούτσα
Όπως και στις λειχήνες με το γάλα της γαλαχτίτας. Ο θεραπευτής έκλεβε τρία σπυριά αλάτι, λίγη στάχτη από το φούρνο και τρία κουρελάκια από την καταμάγιαν. Στα χαράματα, όταν το φεγγάρι σβήνει από το φως της μέρας, ο θεραπευτής (άνδρας ή γυναίκα) νηστικός θα σταυρώσει τρεις φορές τα κούτσας με τα κλεψιμαία και θα ρίξει στο φούρνο λέγοντας: "Αμον ντο χάται ο φέγγον και λύεται τ' άλας και καίουνταν τ' εμπάλια, αέτς πα να χάνταν τα κούτσας τή (Νικόλα, Μαρίας....).

Μωλώπισμα - Τόχτωμαν
Ετσι λεγόταν το χτύπημα χωρίς αιμορραγία  από πέσιμο, από πράγμα χοντρό, όχι κοφτερό. Έσφαζαν ένα μοσχάρι, πρόβατο, κατσίκι και όπως ήταν ζεστό το τομάρι το τύλιγαν γυμνό (εσέγκαν άτον σο  ποστ). Αν το χτυπημένο μέρος ήταν μικρό, το τύλιγαν με ζυμάρι  από καλαμποκίσιο αλεύρι και γιαούρτι.

Στάθης  Αθανασιάδης (Γεροστάθης)
Εκπαιδευτικός- Συγγραφέας

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Λέξεις και εκφράσεις για τον καιρό στον Πόντο

Βροντή, βρόντεμαν, βροντά.
 Στράφτ (αστράφτει) στράψιμον, Γιλτουρούμ (κεραυνός).
 Βρεχή (βροχή) βρέχ. Τσιζιά (ψιλή βροχή ή ομίχλη πολύ υγρή).
Τσιζιαλιαεύ (βρέχει ψιλά). Ποράν (βροχή δυνατή από περαστικό σύννεφο). Πορανλαεύ (βρέχει κατά διαλείμματα).
Ισχανάντων- Σαντάς
Ξύννει άτο κα, πατεί άτο κά, βρέχ με το κουκούμ (βρέχει δυνατά). Γραού (πάχνη).
Χιόν (Χιόνι) ,Χιονίζ. Πατούλ (νιφάδα) πατουλιάζ (ρίχνει μεγάλες νιφάδες).
Λείβος (σύννεφο), λειβών (συννεφιάζει).
Δείσα (ομίχλη), ξεροδείσα (ομίχλη αραιά χωρις υγρασία).
 Φουρτούνα (καταιγίδα, τρικυμία), φουρτουνλαεύ (σηκώνει τρικυμία). Καλάσ (φουσκοθαλασσιά), καλασσλαεύ’ (σηκώνει φουσκοθαλασσιά).
Ταλγά (κύμα), ταλγαλαεύ' (σηκώνει κύματα).

Διαιρέσεις της ημέρας ( Σαντά του Πόντου)

Πετεινολάλια. Σύναυγα. Χαράζ ή σιαβαχλαεύ (χαράζει η ανατολή).
Χάραγμαν ή σιαβάχ ή σιαβοτχλάεμαν. Σαπάχ νεμαζιν (όταν ο χότζας καλεί σε προσευχή).
Η ανατολή είχε συμβολικό χαρακτήρα ιερότητος (αΐα Ανατολή) και όχι μόνο προσευχόμενοι γύριζαν στην  Ανατολή, αλλά και έβγαιναν στο  ύπαιθρο για να τους δει ο ήλιος που ανέτειλε.
 Σαντά του Πόντου
Εβγαίν ή παίρ  ο ήλεν, ηλέπαρμαν.
 Ο ήλεν  εβγαίν έναν (δύο τρία) γουλάτσια (άνοιγμα των δύο χεριών στα πλάγια).
Γουσλούχ (ώρα 8—9). Ολημέρα (μεσημέρι).
Ο ήλεν  εκατακιφαλλιάεν (πήρε τον κατήφορο).
Κιντιίν (απόγευμα ώρα 3—4). Ο ήλεν βασιλεύ, ηλεβασίλεμαν.
Βραδύν (βραδιάζει). Σκοτεινεύ. Αποβραδίς.
Σκοτία πίσσα (πυκνό σκοτάδι). Μεσανύχτ (το) ή μεσανύχτς (ο). Πουρνός (πρωία). Βραδή (βράδυ). Βραδυσνός (εσπερινός).
Πουρνά (αύριο), πουρνεσνός ή αυρισνός (αυριανός). Οσήμερον (σήμερα), Σημερνός.

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

«Αρχαιολογικά μνημεία στον Πόντο - ΤΟ ΚΑΣΤΡΟΝ»

Ανανίας  Νικολαΐδης
Τον Μάρτη του 1971 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης το ακόλουθο κείμενο του διακεκριμένου Πόντιου συγγραφέα Ανανία Νικολαΐδη, από την Πτολεμαΐδα, με τίτλο «Αρχαιολογικά μνημεία στον  Πόντο - ΤΟ ΚΑΣΤΡΟΝ»: Το άρθρο έχει ως εξής:

Ανάμεσα στα δύο ποτάμια της Τσίτης, που ενώνεται με τον Κάνιν της Αργυρούπολης κοντά στο χωριό Τορούλ (Άρδασσα) και του Τζίζερε που αρχίζει από τις πηγές του Χαρσιώτη από τα υψώματα του Άεν Παύλου του όρους Γκιαούρνταγ (Καγκέλια), πάνω από την περιοχή του χωρίου Χόψα απ’ όπου είχε την καταγωγήν του ο τ. Μητροπολίτης Νευροκοπίου και Ζιχνών αοίδημος Αγαθάγγελος Τσαούσης, προβάλλει το χωρίον Κορόνιξα, στο λεκανοπέδιο του οποίου δεσπόζουν τα βουνά Παγωμένον ανατολικά και Αχμούτ δυτικά, με πάνω από δύο χιλιάδες μέτρα υψόμετρο το καθένα.
Την κτηματική περιοχή του χωρίου Κορόνιξα περιβάλλουν με τα όριά τους από μεν την πλευρά του ποταμού Τσίτης τα χωρία Άδυσσα, Πιβερά και Μαυρενά. Από δε του ποταμίου Τζίζερε, τα χωρία Φυτίανα, Ματσερά και Αμβρίκ με τις ενορίες τους Κιοσέντων, Αμβρικάντων, Παγαμάντων, Γονοκέλ και Αγιώργη.
Από το βουνό Παγωμένον, παίρνοντας βοριοανατολικήν κατεύθυνσιν καθοδικά δια της οροσειράς Κορκ, που χωρίζει την ενορία Αμβρικάντων Αγιώργη, από το Κορόνιξα, φθάνομεν στο περιώνυμον Κάστρον, που προβάλλει αγέρωχα επί υψηλού βράχου και δεσπόζει μεγαλόπρεπα στις ενορίες Αμβρίκ. Αντικρύζει τα χωρία Παπαβράμ και Μοναστήρ. Και επισκιάζει το χωρίον Κορόνιξα με προπύργιό του το ύψωμα Αηλίας που άγιαζε το εξωκκλήσι του Προφήτου Αηλία, μπροστά από την ανταλλαγήν.
Ακλόνητος πύργος το Κάστρο με τρίοπτα αετώματα πάνω σε πελώριο βράχο, ευλαβείτο μπροστά από την ανταλλαγή εξωκκλήσι Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτη. Κατά προγονικές όμως παραδόσεις με την προσωνυμίαν Τινιβεζτή καλμά (απομειμάρι Ενετών) ήταν Κάστρο που εφρουρούσεν ολόκληρη την περιοχή του τμήματος Τζίτζερε ντερεσί Αμβρικάντων. Και ενώ η θέσις την οποίαν κατείχε σαν υψηλότερος ύβος (σ.σ. καμπούρα) καμήλας με χαμηλότερο της το σφηνοειδές ύψωμα του Αηλία, παρουσίαζεν εμφάνισιν απόρθητου φρουρίου δια τα τότε υπάρχοντα πολεμικά μέσα δυστυχώς πλέον της παραδόσεως Τζινιβιζτέν καλμά ιστορικές πληροφορίες δεν μας έχουν κληροδοτηθεί.
Αρχαιολογικής σημασίας προελεύσεως μνημείον εφημίζετο στο ίδιο χωριό Κορόνιξα και ο απροσανατόλιστος με υπέρμετρον πάχος τοιχωμάτων και υψοτενή παράθυρα, σαν αρχαίος ειδωλολατρικός, ο Ναός που επί Βυζαντινών μετεβλήθηκε εις ορθόδοξον ναόν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπως τον παρουσίαζαν οι τοιχογραφίες και εικονογραφίες του και όπως τον έχουν ανακαλύψει Ελληνοορθόδοξον υπό τας ακολούθους συνθήκας.
Σε κάποιον διωγμόν του 17ου αιώνα, ελληνοχριστιανική ομάδα φυγάδων από τα παράλια του Πόντου, κυνηγημένη από τους Τούρκους, δι εξισλαμισμόν ή εξόντωσιν, και περιπλανωμένη ανά τα όρη είχε φθάσει εις  περίοπτον περιοχήν του λεκανοπεδίου του χωρίου (Περιγραφή του περιστατικού διαλαμβάνει σχετική εργασία μου που κατεχωρήθη εις τα τεύχη 14, 17-18 και 19-20 σε αντίστοιχες σελίδες 328-332, 414-418 και 458-463 του 1945 περιοδικού «Χρονικά του Πόντου»). Ανέπνευσεν ανακουφιστικά η ομάδα σαν δι-έκρινε μέσα στο δασοσκεπές λεκανοπέδιο τον μνημονευόμενον ναό. Με θέρμη στην πίστη ότι η Θεία Πρόνοια της εξησφάλιζεν άσυλο, ανέστειλε την πορεία της και επιδόθηκε σε διερεύνηση. Δοξολόγησαν κατανυκτικά τον Θεό τα μέλη της ομάδος, σαν πλησίασαν ύστερα από κοπιώδη εργασία και αντίκρυσαν μέσα σε αλσύλιο τον αρχαίο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και ερειπωμένο παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου δίπλα του. Γιατί πίστεψαν πως οδηγήθηκαν σε σωτηρία και εξασφάλισαν προστασία. Και από τότε εποίκησαν το χωριό για έβδομη εποίκηση, κατά την παράδοση.

Στη συνέχεια του άρθρου του Αναν. Νικολαΐδη περιλαμβάνονται πληροφορίες για τα μεταλλεία της περιοχής και για τους ναούς. Για το Κάστρον δεν γίνεται λόγος.


Πάνος  Καϊσίδης
Δημοσιογράφος- Συγγραφέας

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Οι ακρίτες μπουρτζόβλαχοι / Ακρίτες και απελάτες


Οι ακρίτες μπουρτζόβλαχοι
Κατά τη διάρκεια της ρωμαιοκρατίας στην Ελλάδα (146 π. Χ. έως 324 μ. Χ.), οι Ρωμαίοι εμπιστεύτηκαν τη φύλαξη των άκρων (συνόρων) της απέραντης αυτοκρατορίας τους, στην περιοχή της Πίνδου, στους Έλληνες Βλάχους που κατοικούσαν την περιοχή με τα κοπάδια τους. 
Τους ονόμασαν με τη σύνθετο επίθετο Μπουρτζόβλαχοι. Το επίθετο προέρχεται από τις λέξεις «μπουρτζι» που σημαίνει φρούριο και που προέρχεται από τη λέξη «μπουργκους-μπουργκ» που είναι η απόδοση στα λατινικά παραφθαρμένης της ελληνικής λέξης «πύργος», και «Βλάχος». Οι Μπουρτζόβλαχοι, επομένως, ήταν οι ακρίτες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Άρα, το «μπουρτζόβλαχος» δεν είναι βρισιά, όπως νομίζουν μερικοί, αλλά τιμητικός τίτλος. Δεν γνωρίζουμε αν υπάρχει κάποιος γνωστός με το όνομά του ακρίτας Μπουρτζόβλαχος.

Ακρίτες και απελάτες
Και οι απελάτες ήταν ένα είδος φυλάκων των συνόρων της αυτοκρατορίας, που κατάγονταν από διάφορες φυλές.
Ο καταδικασμένος σε θάνατο Νίκος Μπελογιάννης (εκτελέστηκε τελικά, το 1952, όταν κυβέρνηση ήταν ο Νικόλαος Πλαστήρας, επειδή το ήθελαν οι Αμερικανοί, ο βασιλιάς Παύλος, η βασίλισσα Φρειδερίκη και η Δεξιά, που κυβερνούσαν από τα παρασκήνια), στο κελί της απομόνωσης έγραψε τα εξής ενδιαφέροντα για τους απελάτες:
«Το Μωσαϊκό των Ακριτών πλουτίστηκε σύντομα και με ομάδες άλλων, πιο μακρυνών λαών. Ο στρατηγός Στηλίχων διάλεξε 12 χιλιάδες Γότθους πολεμιστές απ' αυτούς που είχε αιχμαλωτίσει, και τους έστειλε κι' αυτούς στη Βιθυνία της Μικρασίας, να φυλάνε τις συνοριακές κλεισούρες.
 Επίσης στρατολογήθηκαν Βαράγγοι (σ. σ. φυλή της Σκανδιναβίας, όπως και οι Βίκινγκς)), που κατέβηκαν από τις σκανδιναυϊκές χώρες, Λαζοί, Αρμένηδες, Κούρδοι και Σλάβοι. Ο Βυζαντινός χρονογράφος Θεοφάνης αναφέρει ότι από τον καιρό του Ηρακλείου στρατολογήθησαν ως Ακρίτες ακόμη και Άραβες μισθοφόροι, για να φυλάνε τα σύνορα απ' τους Άραβες! Όλοι αυτοί μαζί, αποτελούσαν ένα γερό μαχητικό τείχος, που πάνω τους έσπαζαν και εκφυλίζονταν οι επιδρομές των Σαρακηνών, γιατί οι ακρίτες υπερασπίζονταν με μεγάλη παλικαριά τα χώματά τους. 
Οι Σαρακηνοί τελικά εγκαταστάθηκαν μόνιμα απέναντί τους, σέβονταν τη χριστιανική θρησκεία και συχνά δημιουργούσαν φιλικές σχέσεις με τους Ακρίτες.
Μέσα στις ακριτικές περιοχές ζούσαν και δρούσαν και οι απελάτες. Αν παρομοιάσει κανείς τους ακρίτες με τους αρματολούς της τουρκοκρατίας, τότε οι απελάτες είναι κάτι παρόμοιο με τους κλέφτες. Δεν πειθαρχούσαν ούτε στο Βυζάντιο, ούτε στους αρχηγούς των ακριτών ούτε και στους Σαρακηνούς. 
Ζούσαν τελείως ανεξάρτητοι, συγκροτημένοι σε δικά τους σώματα, πολεμώντας οποιονδήποτε ήθελε να τους υποτάξει και κάνοντας επιδρομές στα απέραντα χτήματα των Βυζαντινών φεουδαρχών της Μικρασίας. Γι' αυτό, συχνά, χτυπιόντανε και με τους ακρίτες, αλλά συχνά και οι ακρίτες γίνονταν απελάτες. 

Οι Βυζαντινοί άρχοντες και οι λόγιοι τους μισούσαν και στη γλώσσα τους η λέξη απελάτης σήμαινε ληστής, όπως και οι κοτζαμπάσηδες ονόμασαν τους αγωνιστές της λευτεριάς κλέφτες – και έπεται συνέχεια».



Πάνος  Καϊσίδης
Δημοσιογράφος- Συγγραφέας

ΠΟΙΟΙ ΥΠΗΡΞΑΝ ΟΙ ΑΚΡΙΤΕΣ. Μέρος 5ο

ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΜΕ ΞΕΝΑ ΕΠΗ
Οι πρώτοι που ασχολήθηκαν με τον Ακρίτα (όπως και να τον ονόμασαν) φρόντισαν να τον συγκρίνουν με άλλους σχετικούς ήρωες των Βαλκανίων και της υπόλοιπης Ευρώπης. Έτσι έφτασαν στη διαπίστωση πως το ελληνικό έπος έχει επιδράσει και δέχτηκε επιδράσεις.
Οι γειτονικοί, ιδίως, λαοί, που έρχονταν σε επαφή με το Βυζάντιο, ήταν φυσικό να γνωρίσουν και τη βυζαντινή δημοτική ποίηση, στην οποία περιλαμβανόταν και το έπος του Ακρίτα. Κάποιοι έχουν την άποψη ότι οι Σέρβοι, π.χ. απέδωσαν στη γλώσσα τους το έπος και με αυτό ως πρότυπο, δημιούργησαν παρόμοιο δικό τους. Από αυτούς πήραν το έπος Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Μικρορώσοι (οι δουλοπάροικοι ορθόδοξοι χριστιανοί της νότιας και ανατολικής Ρωσίας), Ούγγροι κ.ά.

Και πάλι το επίθετο Διγενής
Κωνσταντίνος Μονομάχος
Όταν τον 11ο αιώνα, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μονομάχος υποχρεώθηκε να διαλύσει το σώμα των ακριτών, από φόβο μην στραφούν εναντίον του, επειδή είχαν αποκτήσει μεγάλη δύναμη και κύρος στον λαό, οι ακρίτες που δεν είχαν εθνική συνείδηση, όπως και αλλού αναφέρουμε, σκορπίστηκαν και «έπιασαν δουλειά» σε άλλους κύριους, Άραβες, Βούλγαρους κ. ά.
 Έτσι έφτασαν στη Ρόδο, στην Κρήτη και την Κύπρο και αυτό εξηγεί αρκετά πράγματα, ένα από τα οποία είναι η άποψη πως ο Ακρίτας ήταν Διγενής. Αφού έφτασε σε αυτές τις ελληνικές περιοχές με τους Άραβες, δεν μπορούσε παρά να ήταν μισός Άραβας και μισός Έλληνας, υπερφυσικά δυνατός, που δεν αγωνιζόταν για κάποιο ιδανικό, παρά μόνον για να δείξει την τεράστια δύναμή του (επιδειξιομανία, και γιατί όχι, αφού και ο μυθικός Ηρακλής, μετά τους άθλους του, έγινε μαινόμενος, δηλαδή τρελάθηκε).


ΠΟΙΟΙ ΥΠΗΡΞΑΝ ΟΙ ΑΚΡΙΤΕΣ
Άξια αναφοράς είναι και όσα ο Γεώργιος Σουμελίδης τονίζει για την προσωπικότητα των Ακριτών και τα ελατήρια του ενθουσιασμού τους. Γράφει, λοιπόν, ότι αν εξετάσουμε το ψυχικό βάθος αυτών των ηρώων, τα ελατήρια των πράξεών τους, τα ιδανικά τους γιατί τόσος ενθουσιασμός, γιατί πολεμούσαν; 
Μήπως «υπέρ πίστεως και πατρίδος»; 
Έχουν συνείδηση γιατί πολεμούν; καταλαβαίνουν τον κίνδυνο, τον οποίο διατρέχει ο ελληνορωμαϊκός και ο χριστιανικός πολιτισμός από τα επερχόμενα έθνη από την Ασία, από την νέα θρησκεία (το Ισλάμ), που έρχεται από την Αραβία, και προβάλλουν τα στήθη για να σώσουν τα πάτρια, για να διατηρήσουν την προνομιούχα θέση της αυτοκρατορίας; 
Τίποτε από αυτά δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει για τους ακρίτες.
 Δεν φαίνεται να καταλαβαίνουν το παραμικρό για τη γιγάντια πάλη που διεξάγεται ανάμεσα στους δύο κόσμους, τον δυτικό και τον ασιατικό, και δεν έχουν αίσθηση ούτε των κινδύνων της προσωπικής ή εθνικής τους ελευθερίας. Δεν παρουσιάζονται ως εργάτες μιας κοινής υπόθεσης, ως στρατιώτες μιας μεγάλης κοινότητας, δεν αγωνίζονται «για της πατρίδος την ελευθερία, για του Χριστού την πίστη την αγία».
 Όχι! οι αγώνες τους είναι τελείως προσωπικοί. Είναι επίδειξη ηρωισμού και ανδρείας, τίποτε περισσότερο. Καυχιέται ο Κωνσταντίνος ο μικρός ότι δεν φοβάται κανέναν, ούτε τον βασιλιά….
Γιαυτό, τους αγώνες των ακριτών δεν ασχημίζει κανένα φυλετικό μίσος, κανένας θρησκευτικός φανατισμός. Οι συγκρούσεις είναι παρόμοιες με ομηρικές μάχες. Και όπως εκεί δεν χωρίζει εύκολα κανένας τους Έλληνες από τους Τρώες, και,  μάλιστα, συμβαίνει μερικές φορές πάνω στη σφοδρότητα της μάχης, δύο αντίπαλοι ήρωες, όπως ο Διομήδης και ο Γλαύκος, να μπήξουν στη γη τα δόρατα και να απλώσουν χέρι φιλίας ο ένας στον άλλον, αλλά και να ανταλλάξουν δώρα, έτσι και στους ακρίτες δεν διαφέρουν πολύ Έλληνες και Σαρακηνοί, δηλαδή δεν βλέπουν ο ένας τον άλλον ως θανάσιμο εχθρό.
Αλλά και στους Σαρακηνούς δεν υπάρχει εκείνος ο φανατισμός του Ισλάμ. Γιαυτό, μόνον σε νεώτερες διασκευές παλιών ακριτικών τραγουδιών, όταν στη θεση των Σαρακηνών μπαίνουν οι Τούρκοι, τότε αρχίζει και γίνεται σκληρή  η γλώσσα. «Έρθεν ο Τούρκον ο κακόν κ’ εκόνεψεν ’ς την χώραν, τ’ ομάλö Τούρκ’ς εγόμωσαν και τα βουνά λεβέντους».

Για να κολακέψει τον αυτοκράτορα
Για τον Ακρίτα που έγραψε ο Πτωχοπρόδρομος (ο ταλαιπωρημένος από τους μητροπολίτες Βυζαντινός ποιητής Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος 1115-1166), ο Γεώργιος Σουμελίδης γράφει:
«Κατά τον 12ον αιώνα ο Ακρίτας ήτο γνωστός ως θρυλικός ήρως. Ο Πτωχοπρόδρομος δια να εγκωμιάση τον ηρωικόν αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό τον ονομάζει νέον Ακρίταν: ″προς σε τον χριστομίμητον, τον αληθώς φωστήρα, τον πολεμάρχον τον στερρόν (στέρεο, σταθερό) τον νέον τον Ακρίτην».

Πολλά λάθη και σύγχυση στα κείμενα
Ο Γεώργιος Σουμελίδης επισημαίνει, επίσης το γεγονός ότι:
Η παράδοση των κειμένων δεν είναι πάντοτε ασφαλής. Υπάρχουν πολλά λάθη. Και δεν είναι αυτό παράδοξο, αφού πρόκειται για τραγούδια, τα οποία χωρίς να γραφούν ποτέ περνάνε από στόμα σε στόμα πάνω από ολόκληρη χιλιετηρίδα. Είναι απεναντίας αξιοθαύμαστο το ότι διασώθηκαν τόσα κομμάτια μέσα σε συνθήκες πολύ δύσκολες, κατά τις οποίες επικρατούσε αμάθεια στους απλούς ανθρώπους, ενώ όλα γύρω επανειλημμένα ανετρέπονταν και άλλαζαν σύρριζα, πολιτείες, καθεστώτα, ήθη, πεποιθήσεις, ιδανικά.
Μόνη ακοίμητη Εστία παρέμενε, επί είκοσι και τριάντα γενιές, η γιαγιά, η καλομάννα, η οποία τραγουδούσε τον παλιό σκοπό, και ξυπνούσε με το νανούρισμά της στην κούνια των νέων γενιών την ηχώ περασμένων ένδοξων χρόνων!
Δεν είναι παράδοξο ότι άλλων τραγουδιών σώζεται μόνον η αρχή και άλλων το τέλος, ότι άλλα παρουσιάζουν  χάσματα, ή παρεμβολές από άλλα τραγούδια. Αυτό προκαλείται και από τη συγγένεια των υποθέσεων στα διάφορα τραγούδια.

Χρειάστηκε σοβαρή έρευνα
Με την επιθυμία να δοθούν όσο το δυνατόν περισσότερα κείμενα, χωρίς να αλλαχτεί ούτε ένας τόνος από τους στίχους, που διασώθηκαν,  τύπους και λέξεις, όποτε υπήρχαν πολλές παραλλαγές του ίδιου τραγουδιού, πάρθηκε ως βάση η πληρέστερη παραλλαγή, τη συνεπληρώσαμε, αν παρουσίαζε ολοφάνερα χάσματα, με τις υπόλοιπες  παραλλαγές, και παραθέτουμε στο τέλος τραγούδια και τις αξιολογότερες διάφορες γραφές τους.
Στην ποντιακή διάλεκτο (όπως και σε άλλες διαλέκτους) είναι συχνές και τέτοιες οι συγκοπές φωνηέντων, ώστε, πολλές φορές, γίνεται η λέξη αγνώριστη, με αποστρόφους.  Π.χ.: δίν’νε, Τούρκ’ς, αλωνίζ΄νε, έμ’νε.  

   Ο ΑΚΡΙΤΙΚΟΣ ΘΕΣΜΟΣ
Οι λιμιταναίοι και τα λίμιτα
Λιμιταναίοι ήταν οι πρόδρομοι των ακριτών στη φύλαξη των συνόρων. Η λέξη προέρχεται από  αντίστοιχη λατινική λέξη. Αυτοί φρουρούσαν τα σύνορα μέσα από τα λίμιτα, δηλαδή τις σειρές τειχών, που διακόπτονταν από πύργους. Οι λιμιταναίοι έδωσαν τη θέση τους στους ακρίτες από τον 9ο αιώνα και μετά.

Τη θέση τους παίρνουν οι ακρίτες
Ηράκλειος
Ακρίτες ονομάζονταν αρχικά όλοι οι στρατιώτες που φυλούσαν τα σύνορα της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Τότε δεν αποτελούσαν ξεχωριστό σώμα. Ο ακριτικός θεσμός καθιερώθηκε από τους Ρωμαίους, από τον αυτοκράτορα Τιβέριο (42 π. Χ.–37 μ. Χ.), συγκεκριμένα, ο οποίος, είχε διακριθεί στους πολέμους της Αρμενίας, της Γαλατίας, της Γερμανίας και της Παννονίας (περιοχή στην Κεντρική Ευρώπη, στη θέση της σημερινής Ουγγαρίας).
Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ηράκλειος αναδιοργάνωσε τον στρατό, κατά τον 7ο αιώνα, έτσι ώστε να αντιμετωπίζονται οι εχθρικές απειλές με περισσότερη επιτυχία. Τότε άρχισε και η δημιουργία των ακριτικών σωμάτων.
Η διαίρεση της αυτοκρατορίας σε γεωγραφικές περιφέρειες, που ονομάστηκαν θέματα και η δημιουργία ανεξάρτητων στρατιωτικών διοικήσεων αποδείχθηκαν ιδιαίτερα αποτελεσματικά μέτρα. Το κάθε θέμα διοικούσε στρατηγός. Οι στρατηγοί που υπηρετούσαν στις ακριτικές περιοχές της αυτοκρατορίας, αποκτούσαν μεγάλη δύναμη και είχαν, σχεδόν, απεριόριστες εξουσίες. 
Στρατηγός-διοικητής στο θέμα της Χαλδίας, που είχε μεγάλη σημασία για την άμυνα της αυτοκρατορίας, από το 1019 περίπου έως το 1040, ήταν ο περίφημος Κωνσταντίνος Γαβράς, ο οποίος αναφέρεται στα ακριτικά τραγούδια (Το σχετικό τραγούδι δημοσιεύεται προς το τέλος της παρούσας μελέτης).

Οι ακρίτες στα άκρα της αυτοκρατορίας
Τη φύλαξη των καστρόπυργων, που ήταν διάσπαρτα μέσα στην τεράστια έκταση της αυτοκρατορίας, ιδίως στα ανατολικά σύνορα (τις άκρες, όπως έλεγαν τα σύνορα οι Βυζαντινοί), από όπου προερχόταν ο κίνδυνος (Πέρσες, Άραβες και ταταρικές φυλές), το βυζαντινό κράτος την ανέθετε στους ακρίτες.
 Ιδιαίτερα δύσκολη ήταν η φύλαξη των συνόρων στην Ανατολή, τα οποία εκτείνονταν από τον Καύκασο μέχρι και την Ερυθρά θάλασσα. Για να μείνουν στις περιοχές των συνόρων και να τα φρουρούν, οι ακρίτες έπαιρναν από το βυζαντινό κράτος χωράφια (τα στρατιωτόπια), άλογα και οπλισμό, αλλά είχαν απαλλαγή και από τους φόρους.
Ιουστινιανός
 Οι ακρίτες αντικατάστησαν τους Ρωμαίους μίλιτες (στρατιώτες), που φυλούσαν τα σύνορα. Τον αριθμό των Ακριτών τον ελάττωσε ο Μέγας Κωνσταντίνος, ενώ ο Ιουστινιανός σχεδόν τους κατάργησε. Ο αριθμός τους αυξήθηκε πάλι επί αυτοκράτορα Ηράκλειου, γιατί είχε μεγαλώσει και ο κίνδυνος από τις επιδρομές των Αράβων. Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Παλαιολόγος κατάργησε το αφορολόγητο των ακριτών και έτσι τους διέλυσε. Αρκετοί ακρίτες, τότε, πήγαν με το μέρος των Αράβων.
Οι Πόντιοι ακρίτες, που ήταν φυσιολογικοί άνθρωποι και όχι ημίθεοι όπως ο Διγενής, είχαν μαζί τους και τις οικογένειές τους. Από τα σύνορα παρακολουθούσαν τις κινήσεις των εχθρών και ειδοποιούσαν την Κωνσταντινούπολη. Ακόμη, αντιμετώπιζαν τους εχθρούς στα διάφορα περάσματα και τους εμπόδιζαν να μπουν στη βυζαντινή επικράτεια και να λεηλατήσουν τις συνοριακές περιοχές, που ήταν κάτι συνηθισμένο.
Οι πιο ονομαστοί ακρίτες υπήρξαν εκείνοι που αντιμετώπισαν τους επιδρομείς Άραβες (Σαρακηνούς, Άβαρες), από τον 7ο έως τον 10ο αιώνα. Οι ακρίτες ήταν χιλιάδες. Όταν δεν πολεμούσαν, ασχολουνταν με τη γεωργία ή και γυμνάζονταν. Τα πιο συνηθισμένα γυμνάσματά τους ήταν το τρέξιμο και το ρίξιμο του κονταριού.
Οι απλοί άνθρωποι, που κατοικούσαν στις περιοχές των συνόρων, αγαπούσαν τους ακρίτες ως προστάτες τους. Από αυτήν την αγάπη και από την προστασία που απολάμβανε ο λαός από τους ακρίτες προήλθαν τα τραγούδια, που ύμνησαν τη γενναιότητά τους και έτσι έγιναν θρύλος.
Εκτός από τον Ακρίτα των Ποντίων και τον Διγενή των Κρητών και Κυπρίων, υπήρξαν και άλλοι ακρίτες. Τα ονόματά τους: Ανδρόνικος, Πορφύρης, Μάραντος, Φωκάς, Βάρδας, Νικηφόρος, Πετροτράχηλος, Αρμούρης και άλλοι.

Καστροφύλαξ» και «καστροφυλακτώ»

Ο Ευστάθιος ο Κατάφλωρος (1110-1198), λόγιος αρχιεπίσκοπος  Θεσσαλονίκης, φιλόλογος και θεολόγος, με σημαντικό φιλολογικό και θεολογικό έργο, έδωσε το επίθετο «καστροφύλαξ» και το ρήμα «καστροφυλακτώ». Γενικά, οι όροι «καστροφύλαξ» και «κάστρον» είναι βυζαντινοί. Επίσης, ο Ευστάθιος αναφέρει τη λέξη «το στάμα». Οι Πόντιοι χρησιμοποιούν τη λέξη «στάμαν», όπως «το στάμαν τη Καλομηνά», δηλαδή κατά τη διάρκεια του μήνα Μάιου.


Πάνος  Καϊσίδης
Δημοσιογράφος- Συγγραφέας

Απόψεις για το έπος και τον «Διγενή». Μέρος 4ο

Εκτός από τον Νικόλαο Γ. Πολίτη (1852-1921) και τον Εμίλ Λεγκράν (1841-1903) που συμφώνησαν με το όνομα «Τραπεζούντιος Βασίλειος Διγενής Ακρίτης ο Καππαδόκης», το οποίο έδωσε στο έπος ο Σάββας Ιωαννίδης (το βιβλίο του Στατιστική Τραπεζούντος κ.τ.λ. κυκλοφόρησε το 1870), όλοι οι κατοπινοί ιστορικοί και λαογράφοι εκφράζουν διάφορες απόψεις, με σημαντικές διαφοροποιήσεις για το έπος.
Οι μελετητές, προκειμένου να δικαιολογήσουν το επίθετο «Διγενής», που έδωσαν κάποιοι στον Ακρίτα, συνδέουν τα ιστορικά γεγονότα, μέσα στα οποία εμφανίστηκε το έπος, αναφέρονται στον εκχριστιανισμό κάποιων φυλών των Αράβων, χωρίς, όμως να μπορούν να στοιχειοθετήσουν την προσωνυμία.
 Κάπου επιχειρούν να αξιοποιήσουν υπέρ των απόψεών τους (από τα αναφερόμενα στο χειρόγραφο της Άνδρου) ιστορικά γεγονότα από τους πολέμους ανάμεσα στους Βυζαντινούς και τους Άραβες, πάντα. Κάτι που τους βολεύει ιδιαίτερα είναι τα ακόλουθα αναφερόμενα στο χειρόγραφο της Άνδρου:
«Ο δε Μουσούρ ο θείος σου (του Διγενή) εκείνος ο Ταρσίτης
Εις Σμύρνην εταξίδευσεν εις παραθαλασσίαν,
την Άγκυραν εκούρσευσεν, την Ακινάν την πόλιν»
Στις απόψεις για το ίδιο το έπος αναφέρουμε αυτές που διατύπωσαν:

ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΠΟΥΣ
Το περιεχόμενο του έπους
Ο Βασίλειος Μάκης θεωρεί πως το έπος «Διγενής Ακρίτας» δεν είναι έμμετρη ιστορία, και όμως οι ερευνητές επισημαίνουν την ιστορική του αξία ως προς τον πυρήνα του αφού καθρεφτίζει μια ορισμένη ιστορική εποχή και ότι υπάρχουν μέσα στο έπος άτακτα ιστορικά στοιχεία, στα οποία επικρατεί μια ανομοιογένεια.
Ενδιαφέρουσα είναι η άποψη του Ν. Μαυροκορδάτου (Ν. Μαυροκορδάτος-Φαναριώτης λόγιος του τέλους του 18ου αιώνα) κατά την οποία το κείμενο συνδυάζει στιγμές ή απόψεις ιστορικών γεγονότων και περιέχει μυθιστορηματικά στοιχεία, με σκοπό να ζωγραφίσει, με οικουμενικό χαρακτήρα, τους αγώνες της βυζαντινής αυτοκρατορίας στα ανατολικά της σύνορα.

Η προέλευση του έπους
Στον βασικό ήρωα του έπους δόθηκαν από τους μελετητές διάφορα χαρακτηριστικά, κάτι που συμβαίνει και με το ίδιο το έπος.
Άλλος τον θεωρεί «εθνικό πολεμάρχη», επειδή, μολονότι «Ελληνοάραβας» (φοβούνται να πουν «Αραβοέλληνας»;) πολέμησε ως Έλληνας κατά των ξένων επιδρομέων, άλλος ότι ο ήρωας, ως Διγενής και ως Ακρίτης, πρωταγωνιστεί σε έπος που πιθανόν να γεννήθηκε από τα δημοτικά ακριτικά τραγούδια (δηλαδή να μην υπήρξε και να δημιουργήθηκε από τα χαρακτηριστικά ηρώων από τα δημοτικά τραγούδια).
Επαναλαμβάνουμε τις απόψεις, για το θέμα αυτό, του Νικόλαου Πολίτη, του Ανρί Γκρεγκουάρ και του Γιάννη Ψυχάρη, που υποστήριξαν πως το έπος προήλθε από το δημοτικό τραγούδι (δηλαδή ότι μπορεί και να μην υπήρξε κάποιος συγκεκριμένος ήρωας, είτε με το όνομα Διγενής είτε με το Ακρίτης).
Ο Λίνος Πολίτης υποστήριζε και αυτός στις παραδόσεις του στο ΑΠΘ την προέλευση του έπους από το δημοτικό τραγούδι, αλλά πρόσθετε πως το έπος στηρίζεται και σε «κατασκευάσματα» λογίων. Ο Λίνος Πολίτης υπογράμμιζε, επίσης, αρκετές διαφορές του έπους από τα ακριτικά τραγούδια (αυτό για το οποίο αγωνιζόμαστε και εμείς να πείσουμε).   Αλλά και άλλοι εκφράζουν ενδιαφέρουσες απόψεις επί του θέματος της προέλευσης του έπους «Βασίλειος Διγενής Ακρίτης».
Π.χ. Ο συγγραφέας και λαογράφος Πέτρος Π. Καλονάρος (1894-1959) υποστήριξε ότι τα ακριτικά τραγούδια προήλθαν από το έπος (και όχι το έπος από τα ακριτικά τραγούδια). Ο Στίλπων Κυριακίδης (1887-1964) σημείωσε ότι ο ποιητής του έπους συγκέντρωσε αναφορές στον Ακρίτα από ακριτικά τραγούδια και τις παραλλαγές τους, παρεμβάλλοντας ηθικοθρησκευτικά παραγγέλματα. Ο Κωνσταντίνος Θ. Δημαράς (1904-1992) έγγραψε πως ορισμένα από τα ακριτικά τραγούδια προήλθαν από κομμάτια του ενιαίου έπους (δηλαδή ότι υπήρχε το έπος του Βασίλειου Διγενή Ακρίτη και απλώς σε κάποιες εποχές, μερικοί έφτιαξαν τραγούδια, παίρνοντας κάποια στοιχεία του).
Πρέπει και πάλι να τονιστούν οι απόψεις των μελετητών για την πιθανή προσωπικότητα του Ακρίτα, που δεν τον κάνουν Αραβοέλληνα, αλλά διακρίνουν σε αυτόν χαρακτηριστικά γνωστών ιστορικών προσώπων, όπως ο Ιωάννης Τσιμισκής, ο Νικηφόρος Φωκάς, ο Βάρδας και άλλοι φημισμένοι πολέμαρχοι.
 
Λίνος Πολίτης
Σε ποιο είδος η κατάταξή του
Διχογνωμία υπάρχει και όσον αφορά το είδος του λόγου, στο οποίο θα πρέπει να καταταγεί το έπος. Σημειώνουμε τις απόψεις ορισμένων:
Ο Κ. Θ. Δημαράς θεωρεί το έπος μυθιστόρημα. Ο Ν. Πολίτης το θεωρεί ιστορία, ο Βασίλης Μάκης ότι κατάντησε χρηστομάθεια, εξαιτίας των επεμβάσεων στο κείμενό του έπους από αμαθείς μοναχούς. 
Για τη γλώσσα του έπους, που είναι αρχαΐζουσα των λογίων του 10ου αιώνα, ο Στίλπων Κυτριακίδης θεωρούσε ότι, στην αρχή, γλώσσα του έπους ήταν η ομιλούμενη την εποχή εκείνη δημοτική, ενώ ο Ηλίας Βουτιερίδης (1874-1941) έγραψε πως το έπος διασκεύασε,  στη γλώσσα και το ύφος των κλασικών στιχουργών του 11ου αιώνα, κάποιος κληρικός λόγιος από παλαιότερο κείμενο και ο Σπύρος Μελάς (1882-1966) θεώρησε πως «η λόγια γλώσσα στο έπος παραμέρισε την εύπλαστη δημοτική γλώσσα κι αυτή την ίδια τη ζωή».

Στίλπων  Κυριακίδης
Δημιουργήθηκε στην Καππαδοκία
Η Καππαδοκία, κοντά στον ποταμό Ευφράτη, θεωρείται ανέκαθεν ως ο τόπος δημιουργίας του έπους, καθώς και η ευρύτερη περιοχή της Ρωμανίας (η ευρύτερη περιοχή του Πόντου, της Θράκης και των Βαλκανίων). Από την κοιτίδα του έπους, την Καππαδοκία, όπου δεν υπήρξε κανένας Διγενής-αυτός «γεννήθηκε» στις σκλαβωμένες στους Άραβες περιοχές Κρήτη, Κύπρο, Ρόδο, το έπος πέρασε στον Πόντο και από εκεί στην ευρύτερη Ρωμανία, της οποίας το κέντρο ήταν, βέβαια η Κωνσταντινούπολη (η Πόλ’ των Ποντίων). 
Στις περιοχές αυτές, με το πέρασμα του χρόνου, πέρασαν και άλλες περιοχές, των οποίων τοπωνύμια αναφέρονται ορισμένα τοπωνύμια στον Διγενή Ακρίτα, όχι, όμως και στον Ακρίτα των Ποντίων. Το γεγονός αυτό και η «ανάμειξη» στις υποθέσεις τουρκογενών φυλών, μέχρι και τον 15ο αιώνα, αυξάνει τη σύγχυση που επικρατεί ορισμένως και για τον χρόνο εμφάνισης του έπους και για τον τόπο της «καταγωγής» του Διγενή Ακρίτα.  

Πότε δημιουργήθηκαν τα ακριτικά τραγούδια
Για την περίοδο, κατά την οποία δημιουργήθηκαν τα ακριτικά τραγούδια, ο Γεώργιος Σουμελίδης γράφει:
"Πότε εποιήθησαν τα ακριτικά άσματα; Η γλωσσική μορφή των ασμάτων τούτων δεν μας βοηθεί καθόλου εις τον καθορισμόν του χρόνου, καθ’ όν το πρώτον εποιήθησαν. Διότι τα δημώδη άσματα φερόμενα δια των αιώνων εις το στόμα του λαού διαρκως ανανεούνται των δυσνοήτων και απαρχαιουμένων λέξεων και τύπων αντικαθισταμένων εκάστοτε υπό νεωτέρων ευχρήστων κι ευλήπτων".
Έτσι βρίσκονται στα τραγούδια αυτά πολλές λέξεις τουρκικές, οι οποίες, όταν στην αρχή συντέθηκαν τα τραγούδια, αποκλείεται να χρησιμοποιούνταν στην ελληνική γλώσσα και, παράλληλα, χρησιμοποούνται έννοιες που ποτέ δεν ήταν σύγχρονες με την εποχή που χρησιμοποιήθηκαν.
Για παράδειγμα: Ο Ακρίτας ζητάει το τοπούζι του (ραβδί και συγχρόνως ρόπαλο, όπλο) που ζυγίζει εξήντα οκάδες. Αλλά το τοπούζι είχε αντικαταστήσει το απελατίκι, το σιδερένιο ραβδί (κορύνα), τη ραβδέα σε άλλα τραγούδια και οπωσδήποτε, ο Ακρίτας δεν θα το ζύγιζε με οκάδες. Και σε μια παραλλαγή του ίδιου τραγουδιού, ο Ακρίτας ζητάει τη φιλίντρα του. Η φιλίντρα ή φιλίντα ήταν  μακρύκανο εμπροσθογεμές πυροβόλο όπλο και δεν είχε κατασκευαστεί την εποχή των ακριτών.
Γιαυτό, ο χρόνος αυτών των τραγουδιών, πρέπει να  αναζητηθεί στο περιεχόμενό τους, ή να στραφεί η έρευνα σε άλλες ιστορικές ενδείξεις
Τα παραπάνω αναφερόμενα επιβεβαιώνουν και αυτά τον ισχυρισμό μας ότι στα ακριτικά τραγούδια έχουν γίνει τόσες και τέτοιες αυθαίρετες παρεμβάσεις, που τα άλλαξαν σε βασικά τους σημεία, ένα από τα οποία είναι και το όνομα Βασίλειος Διγενής, το οποίο στον Πόντο έγινε γνωστό από την αυθαίρετη παρέμβαση στο κείμενο του Ακρίτα από τον Σάββα Ιωαννίδη το 1879.
Εκτός από τον Γεώργιο Σουμελίδη, βέβαια, και άλλοι πολλοί προσπάθησαν να τοποθετήσουν χρονολογικά το έπος του Ακρίτα, διαφωνώντας πάντα πάνω και σε αυτό το ζήτημα. Είναι τόση η αοριστία στην τοποθέτηση του έπους μέσα στον χρόνο, ώστε η διαφωνία να φτάνει το χρονικό διάστημα δύο αιώνων.

Οι Ανρί Γκρεγκουάρ, ο Ρώσος βυζαντινολόγος Αλεξάντρ Αλ. Βασίλιεφ (1867-1953), ο Κωνσταντίνος Σάθας (1842-1914), ο Εμίλ Λεγκράντ και ο Γεώργιος Μηλιαράκης, θεωρούν πως το έπος έχει τις απαρχές του στον 10ο αιώνα. Συνοψίζοντας τις παραπάνω απόψεις οι ερευνητές καταλήγουν ότι το έπος του Ακρίτα γράφτηκε ανάμεσα στον 10ο και τον 12ο αιώνα.


Πάνος  Κυριακίδης
Δημοσιογράφος - Συγγραφέας

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Εκείνοι που ασχολήθηκαν με τα Ακριτικά τραγούδια. Μέρος 3ο

Οι απόψεις του φιλόλογου Γεώργιου Σουμελίδη
ενισχυτικές των απόψεών μας περί Ακρίτα
Τις απόψεις μας για την ελληνικότητα του Πόντιου Ακρίτα ενισχύουν τα γραφτά του φιλόλογου Γεώργιου Σουμελίδη, γιαυτό δημοσιεύουμε  ολόκληρο το εισαγωγικό σημείωμα παρουσίασης του θέματος «Δημοτικά άσματα του Πόντου», που δημοσιεύτηκε το 1928 στον πρώτο τόμο του ετήσιου συγγράμματος «Αρχείον Πόντου».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα σχόλια που δημοσιεύει ο Γεώργιος Σουμελίδης για τις «περιπέτειες» των ακριτικών τραγουδιών, που δεινοπάθησαν στα χέρια των ανά τους αιώνες αντιγραφέων και  τα στόματα των κάθε φορά τραγουδιστών, οι οποίοι «έκοψαν και έραψαν», όπως τους άρεσε ή όπως τους ταίριαζε στη στιγμή της αντιγραφής ή όταν τα τραγουδούσαν, αλλάζοντας περιεχόμενο και ονόματα ηρώων και επιφέροντας, έτσι, στα ακριτικά τραγούδια μεγάλες μεταβολές και πολλή σύγχυση.
Ακρίτας πολεμά... Δημητρίου Σκουρτέλη

ΑΣΧΟΛΗΘΗΚΑΝ ΜΕ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Η συγκέντρωση και η αξία των τραγουδιών
Για τη συγκέντρωση και την αξία των δημοτικών τραγουδιών των Ποντίων, ο Γεώργιος Σουμελίδης γράφει:
Το «Αρχείον Πόντου» αναγράφει ως ένα από τα πρώτιστα αυτού μελήματα την συναγωγήν και δημοσίευσιν των δημοτικών ασμάτων του Πόντου, εκείνων, με τα οποία ο λαός επί μακράς γενεάς ετραγούδησε την χαράν του, εξύμνησε την δόξαν των ηρώων του ή εθρήνησε τας εθνικάς του συμφοράς ή τα ιδιωτικά του ατυχήματα.
Εις τα δημοτικά μας τραγούδια, όπως παρετήρησαν σοφοί άνδρες, αποτυπούται ακραιφνής και ακίβδηλος ο εθνικός μας χαρακτήρ, εγκατοπτρίζονται πιστώς και τελείως ο βίος, τα ήθη, τα συναισθήματα, όλη εν γένει η διανόησις του λαού.
Είναι αναμφισβήτητος επίσης και η παιδαγωγική αξία των ασμάτων τούτων, η βαθεία επίδρασίς των εις την έξαρσιν του εθνικού φρονήματος, κατ’ ακολουθίαν και η ανάγκη της μελέτης αυτών. Και περί μεν των ασμάτων των άλλων τμημάτων του ελληνικού κόσμου από πολλών ετών γίνονται πολλαί συστηματικαί μελέται και συλλογαί πολυμερείς δημοσιεύονται και κάπου κάπου και ερμηνευτικαί εργασίαι αξιόλογοι. 
Με τα άσματα όμως του Πόντου ελάχιστοι ησχολήθησαν. Αι σπουδαιότεραι των σχετικών εργασιών είναι αι εξής.

Εκείνοι που ασχολήθηκαν με τα τραγούδια
Ο Περικλής Τριανταφυλλίδης, καθηγητής του εν Τραπεζούντι Φροντιστηρίου, εξέδωκεν εν Αθήναις το 1870 δράμα του υπό τον τίτλον «Οι φυγάδες» εμπνευσμένον, ως λέγει, από τα δημοτικά τραγούδια και τας εν Πόντω παραδόσεις και εις τα μακρά προλεγόμενα αυτού (σελίδες 1 – 175) περιγράφει την άλωσιν της Τραπεζούντος και των λοιπών φρουρίων και παρεμβάλλει εις την ιστορίαν του και ερμηνεύει και διάφορα άσματα, εν όλω 13.
Το έτος 1870 εν Κωνσταντινουπόλει ο Σάββας Ιωαννίδης, διδάσκαλος του εν Τραπεζούντι Φροντιστηρίου, εξέδωκεν «Iστορίαν και Στατιστικήν Τραπεζούντος και της περί ταύτην χώρας ως και τα περί της ενταύθα ελληνικής γλώσσης». Εις την μακράν και λεπτομερή Ιστορίαν, η οποία κατέχει το μεγαλύτερον μέρος του βιβλίου (σελ. 1 – 259) προστίθενται γλωσσάριον, μύθοι, παροιμίαι και εν τέλει (σελ. 272 – 296) άσματα εν όλω 27 ποικίλου περιεχομένου, ακριτικά, της αλώσεως, βουκολικά, ερωτικά και  σατυρικά.
Ο Π. Τριανταφυλλίδης και ο Σ. Ιωαννίδης είναι οι πρώτοι, οι οποίοι σπουδαίως ησχολήθησαν με τα άσματα του Πόντου και κατέστησαν αυτά γωνστά εις τον φιλολογικόν κόσμον.
Ακρίτας

Ιδίως ο Σάββας Ιωαννίδης!...
«Αλλά τα βιβλία των σήμερον είναι δυσεύρετα και εις πολύ ολίγους γνωστά, έτι δε και ανεπαρκή δια σοβαράς επιστημονικάς μελέτας, διότι η γλωσσική απόδοσις των κειμένων πολλάκις (ιδία παρά Σ. Ιωαννίδη) είναι πλημμελής. Αι παραλλαγαί είναι ατελείς, έχουν χάσματα ή προσθήκας από άλλα άσματα και η ερμηνεία ή λείπει ή δεν είναι πάντοτε εύστοχος».

Ανάγκη να ξανατυπωθούν
Ο Γεώργιος Σουμελίδης αναφέρει κατόπιν ότι είναι ανάγκη να ξανατυπωθούν και τα τραγούδια αυτά, αφού διορθωθούν και συμπληρωθούν με νέες παραλλαγές που θα έχουν βρεθεί και πάρουν τη μορφή που  απαιτεί για τέτοιες μελέτες η γλωσσική  επιστήμη.
Μετά από τα πιο πάνω βιβλία δημοσιεύτηκε το 1908 στη Λειψία από τον Δημοσθένη Οικονομίδη, η μελέτη «Lautlehre des Pontishen» (Φωνολογία της ποντιακής) που περιέχει και μερικά ολόκληρα τραγούδια και δίστιχα. 
Κατόπιν, το 1910 στο Βατούμ δημοσιεύτηκε από τον Παντελή Μελανοφρύδη, η μελέτη «Η εν Πόντω Ελληνική Γλώσσα» με πολλά τραγούδια, μοιρολόγια, επικά και ερωτικά (σελ. 27 – 70). 
Και τέλος το 1927 ο Δημήτρης Κουτσογιαννόπουλος έβγαλε στη Δράμα το βιβλίο του με τίτλο «Η λύρα του Πόντου», το οποίο περιέχει γενικές απόψεις για τη μουσική των τραγουδιών του Πόντου και 23 τραγούδια τονισμένα με την ευρωπαϊκή σημειογραφία (παρασημαντική), από τα οποία, άλλα είναι ακριτικά και άλλα χορευτικά..
Τραγούδια στην ποντιακή διάλεκτο δημοσίευσαν ο Κωνσταντίνος Σάθας (1842-1914) και ο Νικόλαος Πολίτης στις «Εκλογές», στο περιοδικό «Λαογραφία» και σε άλλα έντυπα, όλα παρμένα από τα πιο πάνω δημοσιεύματα. Και στα περιοδικά που εκδίδονταν στην Τραπεζούντα, δυσεύρετα σήμερα («Εύξεινος Πόντος», «Αστήρ του Πόντου», «Οι Κομνηνοί») δημοσιεύτηκαν ποντιακά δημοτικά τραγούδια. Στο περιοδικό «Οι Κομνηνοί»  (1914 – 1918) δημοσιεύτηκαν μερικές αξιόλογες μελέτες του φιλόλογου Ισραήλ Βασιλειάδη, ως συμβολή στην ανάλυση δημοτικών τραγουδιών. 
Και ο γυμνασιάρχης Ελευθέριος Κούσης δημοσίευσε στους «Κομνηνούς» μελέτη «Περί της Τραπεζουντίας διαλέκτου» κ. ά. Ο Ελευθέριος Κούσης άφησε και μερικές ανέκδοτες συλλογές δημοτικών τραγουδιών.
Ο Ιωάννης Βαλαβάνης άφησε χειρόγραφη μελέτη με δημοτικά τραγούδια του Πόντου, μερικά με μικρές ή μεγάλες διαφορές από όσα προαναφέρθηκαν και άλλα αδημοσίευτα και άγνωστα. Ο Γεώργιος Σουμελίδης αναφέρει ότι:
«Με βάσιν τα χειρόγραφα ταύτα, με προσεκτικήν αντιβολήν αυτών προς τας εκδεδομένας ήδη παραλλαγάς, συμπληρουμένων αμοιβαίως των παρουσιαζομένων χασμάτων, κατηρτίσθη το κείμενον» των τραγουδιών που δημοσίευσε ο ίδιος.
Ακρίτας

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΟΥΜΕΛΙΔΗ
Στα ποντιακά τραγούδια -Όλα είναι ελληνικά
Στα σχόλιά του ο Γεώργιος Σουμελίδης διευκρινίζει τα εξής αξιοσημείωτα: Τα δημοτικά άσματα του Πόντου κατ’ ουσίαν δεν διαφέρουν από τα άσματα άλλων μερών της Ελλάδος. Κελαδεί και εδώ η αυτή γλυκεία, αφελής, ευφάνταστος, μεγαλοπρεπής, αθάνατος ελληνική Μούσα!
Έχουν όμως και ίδιον τινα χρωματισμόν, καταφανή τινα προτερήματα, τα οποία εξασφαλίζουν δι’ αυτά εξαιρετικήν θέσιν. Χαρακτηριστικόν γνώρισμα αυτών δύναται να θεωρηθή το ότι συνδέονται με το παρελθόν δια στενωτέρων δεσμών. Παραδείγματος χάριν, η εθνική ημών ονομασία Έλληνες (η υπογράμμιση του Σουμελίδη), η οποία εκτοπισθείσα υπό των Ρωμαίων και των χριστιανών εξηφανίσθη σχεδόν καθ’ όλον τον μεσαίωνα και δεν απαντά εις τα άσματα των λοιπών μερών αναπηδά σχεδόν είς όλους τους στίχους των ποντιακών ασμάτων. Εκεί όλοι είναι Έλλενοι,
Πέτ’ öτο τον κύρη μου τον Έλλενον
πέτ’ öτο τη μάννα μου την Έλλενον
πέτ’ öτο τ’ αδέλφö μου τους Έλλενους!
και ό,τι σπουδαίον και αξιόλογον υπάρχει είναι ελληνικόν, τα κάστρα, τα κοντάρια, τα τοξοσάιτα.
Ο Γεώργιος Σουμελίδης αναφέρει, γενικά, ότι: «Τα τραγούδια, τα οποία περιγράφουν τα κατορθώματα των ηρώων τούτων ή αναφέρονται οπωσδήποτε εις τον βίον, τα έθιμα, τας δοξασίας των χρόνων αυτών, καλούνται ακριτικά. Είναι δε από τα αξιολογώτερα προϊόντα της Ελληνικής λαϊκής Μούσης».
Και υπογραμμίζει ότι: «Τοιαύτα άσματα σώζονται πανταχού της ελληνικής γης, αλλά τα αρχαιοπρεπέστερα, τα διατηρούντα αγνότερον τον αρχικόν των χαρακτήρα, είναι τα του Πόντου και κατόπιν της Καππαδοκίας και της Κύπρου».
Στη συνέχεια, ο Γεώργιος Σουμελίδης ξεχωρίζει και δίνει ορισμένες δικές του ερμηνείες και του Βαλαβάνη για ένα λάθος που μπήκε αδικαιολόγητα σε ακριτικό τραγούδι και που αφορά τον οπλισμό της εποχής των ακριτών. Γράφει ο Σουμελίδης:
«(Στον οπλισμό) Τα νεώτερα όλα, τα τουφέκια, τα καριοφίλια, τα μιλιόνια, τα τιμημένα των κλεφτών της εδώ Ελλάδος άρματα, καθώς και τα κανόνια είναι άγνωστα εις τα τραγούδια ταύτα. Εις ένα μόνον άσμα από τα χειρόγραφα του (Ιωάννη) Βαλαβάνη εις την περιγραφήν σφοδράς μάχης αναγινώσκεται: «τα τόπö εβουλώθαν». Θα ηρμήνευέ τις προχείρως=εβουλώθησαν, έφραξαν τα κανόνια˙ αλλ’ ο ακάματος ερευνητής (Ιωάννης) Βαλαβάνης παρατηρεί τα εξής: «Τόπö, λεπτότερον προφερόμενον το τ σημαίνει τόπος, σκληρότερον δε τηλεβόλα. Επειδή όμως ουδαμού αλλαχού απαντά η χρήσις τηλεβόλων και πιθανώς ούπω αυτοίς εχρώντο, προειλόμην (προτίμησα) εξελληνίσαι επί της προτέρας εκδοχής (= οι τόποι κατεκλείσθησαν). Αλλά το εβουλώθεν; Μήπως μεταγενέστερον συγχέοντες την ετέραν προς την ετέραν εκδοχήν αντικατέστησαν δια του εβουλώθεν άλλην τινά λέξιν; Εγώ οίομαι (νομίζω, θεωρώ) δειν αναγινώσκειν τα τόπö ’τουν αλώθαν».

Η παρατήρησις αύτη είναι ορθή και η αποκατάστασις του κειμένου πολύ πιθανή, τοσούτω μάλλον καθ’ όσον και αι περιοχαί, αι οποίαι ως φέουδα παρεχωρούντο εις τους Ακρίτας, λέγονται από τους Βυζαντινούς στρατιωτοτόπια ή απλώς τόπια.

Παρεμβάσεις επιπόλαιες και ανιστόρητες
Δημοσιεύουμε τις πιο πάνω παρατηρήσεις του Βαλαβάνη και του Σουμελίδη, για να καταδείξουμε, ακριβώς, ότι γίνονταν παρεμβάσεις στα κείμενα των ακριτικών τραγουδιών και, μάλιστα, παρεμβάσεις ανιστόρητες και επιπόλαιες.

Πάνος  Καϊσίδης
Δημοσιογράφος- Συγγραφέας